Ολοκληρώθηκε, λοιπόν, η πρώτη πράξη των αρχιεπισκοπικών εκλογών που αφορά στην ετυμηγορία του λαού, με τα αποτελέσματα που ανακοινώθηκαν ψες και που όλοι τώρα γνωρίζουμε και όπως αναλύονται σε άλλες στήλες της εφημερίδας . Ακολουθεί τώρα η δεύτερη, η τελική και καθοριστική πλέον πράξη, που αφορά στην απόφαση της ίδιας της Ιεράς Συνόδου για την ανάδειξη του Προκαθημένου της Εκκλησίας της Κύπρου. Πρόκειται σίγουρα για πράξη, στην οποία σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει ν’ αφεθούν να επικρατήσουν άλλα κριτήρια από τα εκκλησιολογικά, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει. Είναι και εδώ που με τις όποιες αποφάσεις τους οι Συνοδικοί θα πρέπει ν’ αρθούν στο ύψος των περιστάσεων και να πρυτανεύσει το πνεύμα της ενότητας. Σε καμιά περίπτωση να μην εμφιλοχωρήσουν στοιχεία διχόνοιας και κυρίως το στήσιμο συμμαχιών, που στη συνείδηση του κόσμου να φαντάζουν ως ανίερες και με αλλότριες σκοπιμότητες. Σε όλες τις περιπτώσεις κρίνονται πρόσωπα και θεσμοί. Άλλωστε, στην προεκλογική κούρσα είδαμε τους υποψηφίους να διατηρούν σε αρκετά ψηλά επίπεδα τον πήχη, όσο κι αν σε κάποιες στιγμές υπέβοσκε το πνεύμα της έντασης και της αντιπαράθεσης.
Ένα στοιχείο που αναδείχθηκε στην πορεία, αφορούσε στη συμμετοχή του λαού στην όλη διαδικασία. Υπέβοσκε μάλιστα έντονα η φοβία ότι το ποσοστό της αποχής θα ήταν αισθητά μεγαλύτερο σε σχέση με το προβλεπόμενο σε δημοσκοπήσεις, με το σκεπτικό ότι η τελική απόφαση θα παρθεί από την Σύνοδο, ανεξάρτητα από το όποιο αποτέλεσμα. Είναι γεγονός ότι ιδιαίτερα στο παρελθόν υπήρξαν τέτοια γεγονότα που να εκκολάπτουν και αυτές τις φοβίες αλλά και υποψίες. Ανεξάρτητα, όμως, από το ποιους βολεύει ή όχι η μια ή η άλλη εκδοχή, ίσως είναι ένα θέμα που θα βγαίνει μπροστά και στο μέλλον και πιο συγκεκριμένα η ανάγκη περαιτέρω βελτιώσεων του Καταστατικού Χάρτη. Είτε έτσι είτε αλλιώς, αναδεικνύεται μια εσφαλμένη αντίληψη ότι ο λαός και οι εκάστοτε ιεράρχες, αποτελούν δύο διαφορετικούς πόλους μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας. Ό,τι πιο ανορθόδοξο και εσφαλμένο. Από την πρώτη χριστιανική κοινότητα των Ιεροσολύμων και μετέπειτα, αποστολικά και πατερικά δεν μπορεί να εμφιλοχωρεί ένας τέτοιος διαχωρισμός, αλλά αντίθετα λαός και κλήρος λειτουργούν αρμονικότατα στις όποιες πράξεις της Εκκλησίας – ανεξάρτητα με την μορφή τους – και είναι ισότιμα μέλη της. Δεν νοείται είτε ακολουθία, πολύ περισσότερο της κορυφαίας πράξης της, δηλαδή της Θείας Λειτουργίας, είτε ζωή της Εκκλησίας, χωρίς το στοιχείο της αρμονικής συνύπαρξης και κατ’ επέκταση της παρουσίας του λαού. Επομένως, η ανάδειξη του όποιου αντιπαραθετικού στοιχείου, ανάμεσα στην παρουσία λαού και κλήρου, είναι εκκλησιολογικά άτοπη, που μπορεί να διαμορφώνει μια εντελώς αρνητική εικόνα στα δρώμενα της Εκκλησίας. Άλλωστε, οι ιεράρχες, είναι εκπρόσωποι του λαού στο ίδιο το γεγονός της Εκκλησίας.
Εν κατακλείδι, με την ολοκλήρωση της χθεσινής διαδικασίας, βρισκόμαστε μια ανάσα πριν από την ανάδειξη του νέου Προκαθημένου. Όλα, όσα διαδραματίστηκαν, θα ανήκουν πλέον στην ιστορία. Και είναι πολλές οι ιδιαιτερότητες που χαρακτηρίζουν αυτή την «κούρσα» διαδοχής. Το πιο σημαντικό, ίσως, είναι μετά την εκλογή ο νέος Προκαθήμενος να μπορεί να εμπνέει και να καθοδηγεί την Εκκλησία έτσι ώστε να δίνει την μαρτυρία της στο σύγχρονο κόσμο και στο πλαίσιο του πραγματικού ρόλου και της αποστολής της. Εδώ κι αν το τόλμημα είναι ισχυρό…