Ακούγοντας τους σημερνούς πολιτικούς και πολλά απ’ όσα λένε, θα έχει κανείς την εντύπωση πως κάποια κόμματα βρίσκονται μονίμως σε αντιπαράθεση και σύγκρουση. Σήμερα υπάρχει η εντύπωση πως Δημοκρατικός Συναγερμός και Δημοκρατικό Κόμμα βρίσκονται μονίμως σε αντιπαράθεση και σύγκρουση. Ο ακροατής και ο αναγνώστης των τοποθετήσεων που γίνονται σήμερα έχει την εντύπωση πως ανάμεσα στις δύο δυνάμεις της δεξιάς-κεντροδεξιάς υφίσταται μια μακρά σύγκρουση.
Όμως τα πράγματα δεν είναι όπως τα παρουσιάζουν σήμερα κάποιοι πολιτικοί. Τον Δεκέμβρη του 1991 Δημοκρατικός Συναγερμός και Δημοκρατικό Κόμμα βρέθηκαν στην ίδια πλευρά στηρίζοντας την υποψηφιότητα Μανώλη Χριστοφίδη ο οποίος αμφισβήτησε την κυριαρχία του Λέλλου Δημητριάδη στον Δήμο Λευκωσίας. Μια συνεργασία η οποία είχε αποτύχει μιας και ο Λέλλος Δημητριάδης κατάφερε να κερδίσει τις εκλογές και να επανεκλεγεί πανηγυρικά δήμαρχος της πρωτεύουσας. Γεγονός που έφερε στο προσκήνιο τις συζητήσεις περί ανυπακοής των ψηφοφόρων στις κομματικές αποφάσεις.
Μιλάμε για το 1991, σε πολύ διαφορετικές συνθήκες που δεν έχουν καμιά σχέση με τη σημερινή πραγματικότητα. Οι αποφάσεις των κομμάτων ήταν ιερές και δύσκολα αμφισβητούνταν από τους ψηφοφόρους. Γι’ αυτό και το αποτέλεσμα εκείνης της εκλογικής αναμέτρησης είχε τη σημασία του για να τύχει μιας εις βάθος ανάλυσης.
Αυτή την ανάλυση την είχε κάνει τότε ο Χριστόφορος Χριστοφόρου μέσα από το βιβλίο του «Η μάχη της Λευκωσίας» και με τον οποίο σε μια συνέντευξη που μου παραχώρησε (και η οποία δημοσιεύθηκε πριν από ακριβώς 30 χρόνια, στις 20 Δεκεμβρίου 1992) συζητήσαμε τη συμπεριφορά του εκλογικού σώματος.
Παρ’ όλον ότι πέρασαν τρεις δεκαετίες, κάποια πράγματα αποτελούν και σήμερα αντικείμενο συζήτησης και πολιτικών αναλύσεων ως προς τη συμπεριφορά των ψηφοφόρων. Έλεγε τότε ο Χρ. Χριστοφόρου: «…βάσει των αναλύσεων και των μελετών που έχω κάνει για τις εκλογές από το 1981, θα δούμε ότι όλο και μεγαλώνει το ποσοστό των ψηφοφόρων – σε όλους του ιδεολογικούς χώρους – που δεν έχουν κομματικές δεσμεύσεις. Το ότι ψηφίζει ένας ψηφοφόρος τον ΔΗΣΥ, το ΑΚΕΛ, το ΔΗΚΟ ή την ΕΔΕΚ, δεν σημαίνει ότι είναι ένας πιστός ψηφοφόρος που ό,τι του πουν θα ακολουθήσει».
Το δεύτερο που μου είχε αναφέρει τότε ο Χρ. Χριστοφόρου ήταν το εξής σημαντικό, που έχει να κάνει με την υπακοή/ανυπακοή του ψηφοφόρου (που και σήμερα είναι στο επίκεντρο πολλών συζητήσεων και αναλύσεων): «…ίσως δεν θα μπορούσαμε να μιλούμε για «υπακοή» ή «ανυπακοή», αφού ο πιστός ψηφοφόρος δεν νιώθει ότι πρέπει να υπακούσει στις κομματικές εντολές. Ίσως να χρειάζεται να χρησιμοποιήσουμε τον όρο ‘να πείσουμε τον ψηφοφόρο ή να μην πείσουμε’. Και όχι απλώς να τον διατάξουμε ή να του δώσουμε εντολή ή να του πούμε ψήφισε κ.λπ. Επομένως πρέπει να εξετάσουμε τους λόγους γιατί δεν έπεισαν τα δύο κόμματα της συνεργασίας αυτούς που τους ψήφισαν τα δημοτικά συμβούλια να πράξουν το ίδιο για τον υποψήφιο δήμαρχό τους».
Αυτό ακριβώς το ζήτημα παραμένει ανοικτό και συζητείται σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις στη διάρκεια των επόμενων 30 ετών. Πριν και μετά από κάθε εκλογή η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από την υπακοή ή ανυπακοή των ψηφοφόρων ενός εκάστου κόμματος. Γιατί και σήμερα τα πλείστα κόμματα ζητούν ή απαιτούν από τους ψηφοφόρους τους να υπακούσουν στις κομματικές επιλογές και αποφάσεις. Εάν πριν από 30 χρόνια οι ψηφοφόροι της Λευκωσίας είχαν καταφέρει να απεγκλωβιστούν από τις κομματικές ντιρεκτίβες, πόσο δε σήμερα που το περιβάλλον είναι πολύ πιο διαφορετικό.
Το 1991 οι Συναγερμικοί δεν υπάκουσαν στις αποφάσεις του κόμματος τους για μια συγκεκριμένη επιλογή. Δεν στράφηκαν εναντίον του κόμματός τους, γιατί τον επόμενο χρόνο ο Γλαύκος Κληρίδης (που το 1991 ήταν πρόεδρος του ΔΗΣΥ) είχε καταφέρει να κερδίσει τις Προεδρικές Εκλογές. Γι’ αυτό και το σήμερα στην πολιτική δεν είναι ανεξάρτητο και αποκομμένο από το χθες, ιδιαίτερα όταν το εκλογικό σώμα κοιτάζει πολύ πέρα απ’ ό,τι οι κομματικές ηγεσίες.