Η βελτίωση της ποιότητας της εκπαίδευσης είναι ένα από τα βασικά μελήματα των εκπαιδευτικών πολιτικών των ευρωπαϊκών χωρών. Για να υπάρξει βελτίωση στην ποιότητα πρέπει πρώτα να υπάρξει αξιολόγηση. Οι αξιολογήσεις που γίνονται από τους αρμόδιους φορείς αναδεικνύουν αδυναμίες ή καλές πρακτικές που χρησιμοποιούνται σε χώρες παγκόσμια. Τα ευρήματα λοιπόν των αξιολογήσεων αυτών χρησιμοποιούνται από επιστήμονες που ασχολούνται με τον χώρο της  εκπαίδευσης ή και από πολιτικούς ώστε να προωθήσουν εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις στη χώρα τους.

Με το να συγκρίνουμε όμως διαφορετικά συστήματα εκπαίδευσης δίνουμε την εντύπωση ότι το εκπαιδευτικό σύστημα δεν είναι τίποτα άλλο από ένα σχολικό σύστημα. Ένα εκπαιδευτικό σύστημα όμως είναι ένα κράμα από πολλά στοιχεία τα οποία πρέπει να έχουμε υπόψη μας όταν πρόκειται να προβούμε σε μεταρρυθμίσεις. Η επιστήμη της Συγκριτικής Παιδαγωγικής ασχολείται με τη διαδικασία της εκπαιδευτικής μεταφοράς (δανεισμού) και μελετά τους κινδύνους που μπορεί να ελλοχεύουν κατά τη διαδικασία υλοποίησης της. 

Κατά τον Cowen (2002, 2009) η έννοια της εκπαιδευτικής μεταφοράς αποτελεί μια από τις βασικές ιδέες της Συγκριτικής Παιδαγωγικής και ορίζεται ως η μετακίνηση εκπαιδευτικών ιδεών, θεσμών, πολιτικών ή πρακτικών από ένα συγκείμενο σε άλλο.

Σύμφωνα με τον Jason Beech (2006:2) αρχικά εντοπίζεται ένα «τοπικό πρόβλημα», έπειτα αναζητείται η «λύση» του σε ξένα συστήματα και τέλος ακολουθεί ο δανεισμός, προσαρμογή και υλοποίηση μιας «δοκιμασμένης» και «επιτυχημένης» ξένης εκπαιδευτικής πρακτικής  στο νέο συγκείμενο (περιβάλλον).

Μέσα στην επιστημονική κοινότητα επικρατούν δύο ρεύματα σχετικά με τον εκπαιδευτικό δανεισμό. Η πλειοψηφία πιστεύει πως ο εκπαιδευτικός δανεισμός είναι εφικτός αλλά υπάρχουν και αυτοί που θεωρούν ότι ο εκπαιδευτικός δανεισμός είναι μία προβληματική διαδικασία με απρόβλεπτες συνέπειες.

Αφενός, οι υποστηριχτές του εκπαιδευτικού δανεισμού θεωρούν το σχολείο ως αυτόνομο θεσμό. Επιπλέον, στηρίζουν τις απόψεις τους πάνω σε ευρήματα Διεθνών Οργανισμών για να προωθούν μεταρρυθμίσεις. Οι εν λόγω οργανισμοί απαρτίζονται από επαγγελματίες, ειδικούς στην εκπαίδευση οι οποίοι προτείνουν λύσεις σε εκπαιδευτικά προβλήματα για όλα τα συγκείμενα. Αυτοί οι οργανισμοί μέσω των ερευνών που διεξάγουν προωθούν τον εκπαιδευτικό δανεισμό (Κληρίδης, 2011).

Αφετέρου, κάποιοι υποστηρίζουν πως ο εκπαιδευτικός δανεισμός είναι ανέφικτος και προβληματικός, με απρόβλεπτες και συχνά καταστροφικές συνέπειες: «Κάθε έθνος έχει το δικό του ιδιαίτερο σύστημα εκπαίδευσης, συνεπώς ο δανεισμός εκπαιδευτικών θεσμών από έθνος σε έθνος είναι ανέφικτος» (K.D. Ushinsky).

«Όταν συγκρίνουμε διαφορετικά συστήματα εκπαίδευσης, συχνά κινδυνεύουμε αθέλητα να υπαινιχθούμε ότι το εκπαιδευτικό σύστημα δεν είναι τίποτα άλλο από ένα σχολικό σύστημα. Επομένως, εάν σκοπεύουμε να μελετήσουμε ξένα συστήματα εκπαίδευσης, δεν πρέπει να προσηλώνουμε το βλέμμα μας στα τούβλινα ιδρύματα, ούτε και μόνον στους δασκάλους και στους μαθητές. Πρέπει, επίσης, να πάμε έξω στους δρόμους και στα σπίτια των ανθρώπων και να προσπαθήσουμε να διαπιστώσουμε την αόρατη, απλή πνευματική δύναμη η οποία στην περίπτωση ενός πετυχημένου συστήματος, υποβαστάζει το σχολικό σύστημα και εξηγεί την πρακτική αποτελεσματικότητα του» (M. Sadler, 1900).

Κατά τη μελέτη των ξένων εκπαιδευτικών συστημάτων δεν πρέπει να ξεχνάμε, «ότι τα δεδομένα εκτός σχολείου έχουν μεγαλύτερη σημασία και από τα πράγματα μέσα στο ίδιο το σχολείο και ότι είναι αυτά που διέπουν και ερμηνεύουν τα πράγματα μέσα σ’ αυτό. Το εθνικό εκπαιδευτικό σύστημα μιας χώρας είναι ζωντανό πράγμα, αποτέλεσμα ξεχασμένων και πολύ παλιών αγώνων, δυσκολιών και πολέμων. Αντανακλά, ενώ ταυτόχρονα επιδιώκει να θεραπεύσει, τις αδυναμίες του εθνικού χαρακτήρα. Προσπαθώντας, με ευαισθησία, να κατανοήσουμε τον πραγματικό τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ένα ξένο εκπαιδευτικό σύστημα, θα είμαστε σε καλύτερη θέση να διεισδύσουμε στο πνεύμα και στις παραδόσεις της δικής μας εθνικής παιδείας» (M. Sadler, 1900).

Σύμφωνα με τον Cowen (2002), δεν μπορούμε να μάθουμε πολλά πράγματα από τη μελέτη ξένων εκπαιδευτικών συστημάτων. Ο εκπαιδευτικός δανεισμός είναι ανέφικτος γιατί κάθε εκπαιδευτικό σύστημα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με ένα ιδιόμορφο και μοναδικό κοινωνικοπολιτικό και ιστορικό συγκείμενο. Είναι αδύνατο να απομονώσουμε την εκπαίδευση από όλα αυτά, κοινωνικά και πολιτικά που την περιβάλλουν. 

Πολλοί είναι οι ερευνητές (Cowen, Steiner – Khamsi, Schriewer, Phillips) που συμμερίζονται τη θέση ότι ο δανεισμός είναι μια προβληματική διαδικασία και οι επιπτώσεις του δεν είναι προβλέψιμες. Κατά την υλοποίηση τους σε ξένα συγκείμενα οι δανειζόμενες ιδέες ή πρακτικές συναντούν αντίσταση και συχνά απορρίπτονται ή τροποποιούνται.

Οι ανασυγκεκριμενοποιημένες (τροποποιημένες) ιδέες και πρακτικές ποτέ δεν είναι οι ίδιες όμως με τις αρχικές. Είναι λοιπόν, σημαντικό να γίνεται εις βάθος μελέτη σχετικά με το τι έχει μεταφερθεί, από πού και προς πού, τους λόγους της μεταφοράς, πως έγινε η υλοποίηση της μεταφοράς, ποιοι ήταν οι φορείς της μεταφοράς και το πώς επανερμηνεύτηκε και τροποποιήθηκε η δανειζόμενη ιδέα/ πρακτική/ πολιτική. 

Οι κυβερνήσεις στην προσπάθεια τους να φέρουν αλλαγές σ’ ένα εκπαιδευτικό σύστημα, ανατρέχουν σε συγκριτικές μελέτες από τις οποίες παίρνουν επιχειρήματα για να πείσουν για την αποτελεσματικότητα των μέτρων που προτείνουν. Ο χώρος της αντιπολίτευσης επικρίνει όμως τη μεταρρύθμιση παραθέτοντας την αντίθεση τους στα εκπαιδευτικά νομοσχέδια στηρίζοντας τα επιχειρήματα τους σε όψεις του εκπαιδευτικού συστήματος διαφόρων χωρών του εξωτερικού (εκπαιδευτικός δανεισμός). Η χρήση του συγκριτικού επιχειρήματος από πολιτικούς απευθύνεται σε πολιτικούς αντιπάλους στο πλαίσιο της προσπάθειας τους να πείσουν για την ορθότητα των αμφισβητούμενων απόψεων τους.

 

Η χρήση του Συγκριτικού Επιχειρήματος με στόχο τις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις

Η συγκριτική επιχειρηματολογία μπορεί να επικεντρώνεται σε διάφορους τομείς που αφορούν το εκπαιδευτικό σύστημα μίας χώρας όπως οι εκπαιδευτικοί οργανισμοί, τα σχολικά εγχειρίδια, την φιλοσοφία του εκπαιδευτικού συστήματος, τη διδακτική μεθοδολογία, την κοινωνία, την οικονομία, την παραγωγή και την εκπαίδευση, τις εκπαιδευτικές δαπάνες, τις εθνικές ιδιαιτερότητες κ.ά.

Το συγκριτικό επιχείρημα εκφράζει την ενσυνείδητη πρόθεση για αναγνώριση και προβολή των πτυχών, πολιτικών ή πρακτικών του εκπαιδευτικού συστήματος μιας χώρας, δηλαδή σχετίζεται με την εκπαιδευτική μεταφορά. Στην ουσία είναι αναφορές που γίνονται από πολιτικούς, ή επιστήμονες για τα εκπαιδευτικά ζητήματα άλλων χωρών, με στόχο τη νομιμοποίηση και ισχυροποίηση των απόψεων τους. Αναφορές σε άλλα εκπαιδευτικά συστήματα μπορεί να γίνονται επίσης, με στόχο την τεκμηρίωση της ανάγκης για εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις ή την απόρριψη τους. Πρόκειται για ένα αποτελεσματικό μέσο πειθούς είτε για την υιοθέτηση των προτεινόμενων εκπαιδευτικών μέτρων είτε για την αναίρεση και αναστολή τους.

Δυστυχώς, πολλές φορές η καταφυγή στα εκπαιδευτικά δρώμενα άλλων χωρών γίνεται με επιλεκτικό τρόπο και η εκάστοτε επιχειρηματολογία εστιάζεται σε συγκεκριμένους τομείς της εκπαιδευτικής τους πραγματικότητας. Η συγκριτική επιχειρηματολογία στο μεγαλύτερο μέρος της χαρακτηρίζεται από αποσπασματικότητα στις πληροφορίες και προβαίνει σε αυθαίρετες γενικεύσεις. Επιπλέον, γίνεται επιλογή σε ποια χώρα θα γίνει αναφορά  ανάλογα με το συμφέρον αυτού που επιχειρηματολογεί. Τέλος, μέσω της συγκριτικής επιχειρηματολογίας επιδιώκεται η νομιμοποίηση των απόψεων των εκφραστών της οι οποίες συχνά αμφισβητούνται από άλλες πολιτικές δυνάμεις.

* Εκπαιδευτικός – ΜΑ Εκπαιδευτική Διοίκηση και Ηγεσία