Το Άρθρο 27 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας αναγνωρίζει το δικαίωμα του απεργείν αλλά ταυτόχρονα διευκρινίζει ότι αυτό μπορεί να ρυθμιστεί με νόμο «προς τον σκοπόν μόνον της προστασίας της ασφαλείας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημοσίας τάξεως ή της δημοσίας ασφαλείας ή της διατηρήσεως των εφοδίων και υπηρεσιών των απαραιτήτων διά την ζωήν του λαού ή της προστασίας των υπό του Συντάγματος ηγγυημένων εις οιονδήποτε πρόσωπον δικαιωμάτων και ελευθεριών».

Το ίδιο το Σύνταγμα δηλαδή αναγνωρίζει ότι η πρόσβαση σε υπηρεσίες που καθορίζονται ως ουσιώδεις για την ομαλή διαβίωση των πολιτών και η διασφάλιση των βασικών ελευθεριών και δικαιωμάτων κάθε προσώπου, τίθενται υπεράνω του δικαιώματος της απεργίας. 

Το δικαίωμα για συλλογική δράση περιορίζεται επίσης σημαντικά στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, είτε μέσω του Συντάγματος, είτε νομοθετικά, λόγω της ανάγκης για διατήρηση της εργασιακής ειρήνης. Είτε πρόκειται για πολιτικές απεργίες, πικετοφορίες, απεργίες συμπαράστασης, προειδοποιητικές απεργίες και άλλες μορφές απεργιών, οι πλείστες χώρες στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν υιοθετήσει ρυθμίσεις που παρεμποδίζουν αυθαίρετες ενέργειες από ομάδες εργαζομένων. 

Ειδικότερα, οι ρυθμίσεις γίνονται πιο αυστηρές σε σχέση με απεργίες που επηρεάζουν τις ουσιώδεις υπηρεσίες, στις οποίες εμπίπτουν οι υπηρεσίες υγείας και τα νοσοκομεία, τα θέματα ενέργειας, όπως ηλεκτρισμός, παροχή γκαζιού κλπ., οι τηλεπικοινωνίες, η παροχή νερού, τα μέσα μαζικής μεταφοράς και οι συγκοινωνίες, η διασφάλιση της λειτουργίας των αερομεταφορών της εναέριας κυκλοφορίας, η δημόσια υπηρεσία (στη Γαλλία υπάρχει νομοθετική απαγόρευση σε “sensitive civil servants” – νομάρχες, δικαστές, στρατιωτικοί, δεσμοφύλακες, ενώ στη Γερμανία υπάρχει νομοθετική ολική απαγόρευση), η αστυνομία, οι φυλακές, οι πυροσβεστικές υπηρεσίες, ο στρατός και οι δικαστικές υπηρεσίες. 

Αυτό δηλαδή που η Ομοσπονδία Εργοδοτών & Βιομηχάνων (ΟΕΒ) ζητά εδώ και χρόνια, να ρυθμιστεί το δικαίωμα της απεργίας στις ουσιώδεις υπηρεσίες, άλλες χώρες το έχουν κάνει πράξη, προστατεύοντας με αυτό τον τρόπο το κοινωνικό σύνολο και τις εθνικές οικονομίες.

Στην Κύπρο, παραμένουμε στο ίδιο έργο θεατές, με την επανειλημμένη περιφρόνηση για τα εργασιακά θέσμια από μερίδα συνδικαλιστών, που λειτουργούν κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, τόσο του Κώδικα Βιομηχανικών Σχέσεων, όσο και της Συμφωνίας για την Διαδικασία Επίλυσης Εργατικών Διαφορών σε Ουσιώδεις Υπηρεσίες, που υπογράφηκε από την ΟΕΒ και τις συντεχνίες το 1999, χρησιμοποιώντας το «όπλο» της απεργίας εκβιαστικά. Σε πολλές περιπτώσεις, τα μέτρα λαμβάνονται χωρίς να υφίστανται εργατικές διαφορές και με στόχο την επιβολή παράλογων εργατικών και άλλων απαιτήσεων.

Ειδικότερα, το τελευταίο διάστημα, με τις αδικαιολόγητες και παράτυπες απεργίες των εργαζομένων σε λιμάνια, αεροδρόμια και στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου, η θέση της ΟΕΒ για νομοθέτηση της Συμφωνίας του 1999 γίνεται πιο επιτακτική. Αυτή η ανεύθυνη στάση μερίδας του συνδικαλισμού, δεν αφήνει την παραμικρή αμφιβολία ως προς τα επιβαλλόμενα μέτρα προστασίας του κοινωνικού συνόλου. Δεν γίνεται να επιτρέπεται σε ομάδες προνομιούχων εργαζομένων να εκβιάζουν το κοινωνικό σύνολο με απεργίες βαρύτατου κοινωνικού κόστους, προκειμένου να πετύχουν τον στόχο τους, καθιστώντας όμηρο το κράτος στις παράλογες απαιτήσεις τους και, πολλές φορές, αμαυρώνοντας την εικόνα της χώρας μας διεθνώς.

Η θέση της ΟΕΒ για νομοθέτηση της συμφωνίας που και οι ίδιες οι συντεχνίες έχουν υπογράψει, δεν οδηγεί, όπως κάποιοι προσπαθούν να προβάλουν, σε ποινικοποίηση ή/και απαγόρευση των απεργιών. Θέτει όμως υποχρέωση για όλους τους εμπλεκόμενους να εξαντλήσουν όλα τα περιθώρια κοινωνικού διαλόγου για να βρεθούν λύσεις, μακριά από συγκρούσεις, προστατεύοντας με τον τρόπο αυτό την οικονομική δραστηριότητα και κυρίως το κοινωνικό σύνολο από απρόκλητες και κοινωνικά ανάλγητες δυναμικές κινητοποιήσεις των εργαζομένων στις ουσιώδεις υπηρεσίες. Παρόμοια ρύθμιση προηγήθηκε στη χώρα μας το 2012, με τη νομοθέτηση περιορισμού των απεργιών των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας. 

Η ΟΕΒ ρωτά λοιπόν: Για πόσο ακόμα το κράτος θα ανέχεται αυτή την κατάσταση, αφήνοντας κοινωνία και οικονομία όμηρους ασύδοτων συμπεριφορών; Είναι καιρός να προστατευτούν οι θυσίες χιλιάδων επιχειρήσεων και εργαζομένων, που παλεύουν να επιβιώσουν μέσα στις δύσκολες περιόδους που διανύουμε, με την ανασφάλεια που δημιουργούν οι αλλεπάλληλες κρίσεις για το μέλλον του τόπου μας.

* Διευθύντρια Εργασιακών Σχέσεων & Κοινωνικής Πολιτικής, ΟΕΒ