Σε κάποιους που ενδιαφέρονται να αγοράσουν ακίνητα μέσω πλειστηριασμού (κυρίως ηλεκτρονικά) γίνονται αντιληπτά κάποια περίεργα πράγματα, από κάποιους εμπλεκόμενους, με θύμα, ενίοτε, τον προτιθέμενο αγοραστή/προσφοροδότη.

Γίνεται αρχικά η δημοσίευση για τον πλειστηριασμό, με βασικές/περιορισμένες πληροφορίες και την επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης. Για να μπορεί όμως να συμμετέχει κάποιος, θα πρέπει να καταθέσει ένα ποσοστό (από 10%-15%) της επιφυλασσόμενης τιμής αγοράς, το οποίο δικαίωμα επιστρέφεται στον προτιθέμενο αγοραστή εάν δεν πετύχει η προσφορά του. Εάν, όμως, η προσφορά του γίνει αποδεκτή και ο προτιθέμενος αγοραστής «μετανιώσει» για την αγορά, τότε χάνει σε πολλές περιπτώσεις το ποσοστό της προκαταβολής.

Ως εδώ «κατανοητό», αλλά ας δούμε και τις λεπτομέρειες:

Λογικό είναι ότι ο ενδιαφερόμενος προσφοροδότης θα ζητήσει κάποια επιπρόσθετα στοιχεία του ακινήτου, πέραν εκείνων που προσφέρονται, όπως π.χ. ηλικία, τυχόν ύπαρξη εκτίμησης ή/και (το κυριότερο) να μπορεί ο ενδιαφερόμενος να επισκεφθεί το ακίνητο κλπ., πράγματα όμως που συνήθως δεν προσφέρονται. Μας πληροφόρησε, λοιπόν, μια εταιρεία που εκτελούσε πλειστηριασμό ότι «δεν μπορούμε να σας δώσουμε στοιχεία, ούτε έχουμε το δικαίωμα να σας επιτρέψουμε την επίσκεψη επί τόπου και θα πρέπει ο ενδιαφερόμενος να συνεννοηθεί με τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη (σ.σ. ο οποίος  για δικούς του λόγους ίσως να θέλει να καθυστερήσει/ακυρώσει τη διαδικασία)». Άρα, πώς θα αξιολογήσει ο προτιθέμενος αγοραστής τη μονάδα που πωλείται; Περιορίζεται με τέτοιες τακτικές ο αριθμός των ενδιαφερομένων και των προσφορών και στο τέλος το ενδιαφέρον θα είναι περιορισμένο, κάτι που θα αποβεί εις βάρος του δανειστή και στο τέλος θα επηρεάσει και τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη.

Σε δεύτερο στάδιο είναι η πιθανή ύπαρξη κρυφών συμφωνιών μεταξύ του υφιστάμενου ιδιοκτήτη και τρίτων, όπως η ενοικίαση (η οποία πιθανώς να εξελιχθεί σε θέσμια). Σύμφωνα με πρόσφατη μας πληροφόρηση, ένας ενδιαφερόμενος υπέβαλε την προσφορά του και έμαθε από τυχαία του επίσκεψη ότι το διαμέρισμα ενοικιάστηκε σε τρίτο άτομο για περίοδο 20 χρόνων, με δικαίωμα ανανέωσης του συμβολαίου ενοικίασης για ακόμα 10 χρόνια! Μάλιστα, στην περίπτωση αυτή τα ενοίκια των επόμενων 20 ετών προπληρώθηκαν και άρα ο νέος αγοραστής δεν θα μπορούσε ούτε να κατέχει τη μονάδα, ούτε και να εισπράττει τα ενοίκια. Αποτάθηκε, ως ο πλειστηριοδότης, στον πωλητή, ο οποίος τον πληροφόρησε «απλά» ότι εάν δεν ενδιαφερόταν θα έχανε την προκαταβολή του (γύρω στις €25.000)! Έτσι, ο ενδιαφερόμενος αγοραστής είχε δύο επιλογές, είτε να χάσει την προκαταβολή των €25.000, είτε να προχωρήσει με την αγορά.  Επέλεξε το δεύτερο δυστυχώς. Αφού αγόρασε τη μονάδα, ξαφνικά έμαθε ότι ο προηγούμενος ιδιοκτήτης οφείλει κοινόχρηστα €11.000, τα οποία έπρεπε τώρα να καλύψει ο ίδιος! Έτσι, ο νέος αγοραστής, ένα νεαρό ζευγάρι, όχι μόνο βρέθηκε με ανύπαρκτη κατοχή ιδιοκτησίας, αλλά και με πρόσθετα χρέη της μονάδας.

Και ερωτούμε: Όταν κάποιος βγάλει σε πλειστηριασμό μια μονάδα, δεν πρέπει να παραθέτει στους ενδιαφερόμενους όσα στοιχεία έχει (ή να δηλώνει εκείνα τα στοιχεία που δεν έχει) για τη νομική κατάσταση του ακινήτου; Κατ’ εμάς, το πιο πάνω παράδειγμα, το οποίο δεν είναι μοναδικό, είναι μια οργανωμένη κομπίνα, όπου οι λεπτομέρειες του ακινήτου αποκρύφτηκαν στον πλειστηριασμό.

Ασφαλώς, αυτή και άλλες υποθέσεις παρόμοιας φύσης θα καταλήξουν στα κυπριακά δικαστήρια, με το βάρος της απόδειξης να βρίσκεται στους ώμους του νέου αγοραστή. Αυτό θα χρειαστεί κάποιο χρόνο και χρήμα για τη διαδικασία απόφασης, διάρκειας 3-5 ετών τουλάχιστον.

Σε άλλη περίπτωση, μια πολυκατοικία επωλείτο προς €900.000 ολόκληρη, για 16 διαμερίσματα. Ελκυστική τιμή και ένας πελάτης μας έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Κατά την έρευνα, διαπιστώθηκε ότι τα 8 διαμερίσματα ήταν χωρίς άδεια οικοδομής και άρα παράνομα. Γιατί αυτό δεν μας αναφέρθηκε από την αρχή; 

Όταν ένας ενδιαφερόμενος επιθυμεί να αγοράσει μια μονάδα, ιδιαίτερα για τη δική του χρήση, το τελευταίο στο οποίο θα ήθελε να εμπλακεί είναι δικαστικοί αγώνες.

Όλη αυτή η κατάσταση, του «άρπα-κόλλα» από κάποιους, αποβαίνει εις βάρος της ορθής λειτουργίας της κτηματαγοράς και ιδιαίτερα εις βάρος των νέων αγοραστών.

Αυτό είναι ένα σοβαρότατο θέμα, το οποίο θα πρέπει να εξετάσει (και) ο Χρηματοοικονομικός Επίτροπος, που πρέπει να επιμείνει στη διαφάνεια της πώλησης, στην υπεύθυνη δήλωση εκ μέρους των πωλητών ότι θα παραθέσουν καθαρό τίτλο, για την ελεύθερη κατοχή της μονάδας, την ύπαρξη ή όχι οφειλόμενων κοινοχρήστων, τυχόν εκκρεμότητες για υφιστάμενες νομικές διαδικασίες, κλπ. Με τον τρόπο αυτό, θα προστατευθεί σε κάποιο βαθμό το κοινό και θα καταλογίζονται ευθύνες εις βάρος του πωλητή/οργανισμού που διεξάγει πλημμελώς την πώληση.

Όσο μας αφορά εμάς, τέτοιου είδους πωλήσεις χωρίς διαφάνεια δεν αξίζουν αυτά που δηλώνουν διάφοροι εμπλεκόμενοι. Μια-δύο καταδίκες (επιστροφή χρημάτων, κίνδυνος φυλάκισης) θα διορθώσουν σε μεγάλο βαθμό την υπάρχουσα διαδικασία.