
Το ζήτημα της ηθικής διάστασης του επιχειρείν εν γένει, αλλά και τα όρια μεταξύ ηθικών και ανήθικων ενεργειών ατόμων ή εταιρειών στα πλαίσια των λεγόμενων αγορών, είναι κάτι το οποίο δεν φαίνεται να λαμβάνει χώρα στον δημόσιο διάλογο της Κύπρου, τουλάχιστον.
Το 2001, η Τσεχική Δημοκρατία, μέσα στο πνεύμα της εποχής της συνεχούς εκστρατείας περιορισμού του καπνίσματος, είχε αποφασίσει να προτείνει την αύξηση του φόρου πάνω στα καπνικά προϊόντα.
Η πολυεθνική καπνοβιομηχανία Philip Morris τότε, για να καταδείξει προς την τσεχική κυβέρνηση τα αρνητικά μιας τέτοιας απόφασης, προέβη σε μια ενδελεχή οικονομική ανάλυση (cost/benefit analysis), με την οποία αναδείκνυε το οικονομικό όφελος που θα είχε στα δημόσια οικονομικά του κράτους η απόρριψη της φορολογίας του καπνίσματος!
Σύμφωνα με τα στοιχεία της οικονομικής αυτής ανάλυσης, τυχόν φορολογία του καπνίσματος θα είχε ως συνέπεια τον περιορισμό του καπνίσματος από το κοινό και ως εκ τούτου θα προέκυπταν… αρνητικές επιπτώσεις στα δημόσια οικονομικά του κράτους.
Σύμφωνα με την Cost/Benefit ανάλυση, η μείωση του καπνίσματος από το κοινό θα είχε ως παρεπόμενο αποτέλεσμα τη μείωση των πρόωρων… θανάτων από το κάπνισμα και άρα το κράτος θα είχε επιβάρυνση στα δημόσια οικονομικά σε σχέση με τις αυξημένες πλέον συντάξεις, την αύξηση των εξόδων της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, καθώς επίσης και την αναγκαία πλέον περίθαλψη ηλικιωμένων που δεν θα έχουν αποβιώσει νωρίς λόγω του καπνίσματος!
Η τελική εκτίμηση της Philip Morris σε σχέση με την… οικονομική ωφέλεια που θα είχαν τα δημόσια οικονομικά της Τσεχίας από τους αυξημένους πρόωρους θανάτους λόγω του καπνίσματος, θα ήταν της τάξης των 147 εκατομμυρίων δολαρίων ετησίως, υπολογίζοντας ότι για κάθε άτομο που θα πέθαινε πρόωρα λόγω καπνίσματος η τσεχική κυβέρνηση θα είχε όφελος 1200 δολάρια!
Υπήρξε μια γενικότερη κατακραυγή για τη φύση και την ουσία μια τέτοιας ανάλυσης, με άμεση πτώση της μετοχής της εταιρείας στο χρηματιστήριο, με αποτέλεσμα η ίδια η Philip Morris να αναδιπλωθεί πλήρως και να εκδώσει ανακοίνωση απολογίας, όπως αυτή δημοσιεύθηκε και στους Times της Νέας Υόρκης (https://www.nytimes.com/2001/07/27/business/philip-morris-issues-apology-for-czech-study-on-smoking.html) στις 27/7/2001:
«Η ανάθεση αυτής της μελέτης για μια από τις καπνοβιομηχανίες μας δεν ήταν απλώς ένα τρομερό λάθος, ήταν λάθος. Όλοι εμείς στη Philip Morris, όπου κι αν εργαζόμαστε, λυπούμαστε πολύ γι’ αυτό. Κανείς δεν επωφελείται από τις πολύ πραγματικές, σοβαρές και σημαντικές ασθένειες που προκαλούνται από το κάπνισμα».
Ο Μάθιου Μάιερς, πρόεδρος της εκστρατείας για τα Παιδιά Χωρίς Καπνό, σε δήλωση του στο ίδιο άρθρο των Times αμφισβήτησε την ειλικρίνεια της απολογίας: «Χωρίς δράση για να υποστηρίξει τα λόγια της, πρέπει να αναρωτηθεί κανείς για τι λυπάται πραγματικά η Philip Morris: για τα σκληρά απάνθρωπα συμπεράσματα της έκθεσης ή τη ζημιά που προκλήθηκε στην εικόνα της Philip Morris ως μιας υπεύθυνης εταιρείας που προσαρμόζεται στη νέα εποχή;».
Τη δεκαετία του ’60 στις ΗΠΑ, η αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία Ford Motor Company είχε μεγάλες εμπορικές απώλειες από τις ιαπωνικές εισαγωγές και αποφάσισε να αντιμετωπίσει κατά μέτωπο αυτή την εμπορική απειλή.
Το 1968, τα στελέχη της Ford αποφάσισαν να παράγουν το Pinto, το οποίο μάλιστα μέσα στην ίδια την εταιρεία ονόμαζαν ως το «αυτοκίνητο του Lee», από τον πρόεδρο της Ford, Lee Lacocca και ως εκ τούτου ήταν κατά κάποιο τρόπο ένα επιπλέον κίνητρο για να πετύχει η εμπορική τους αντεπίθεση.
Επιδιώκοντας να έχει έτοιμο το μοντέλο το 1971, η Ford αποφάσισε να συμπιέσει σε δύο χρόνια τον κανονικό χρόνο από τον πίνακα σχεδίασης στον εκθεσιακό χώρο, που ήταν περίπου τριάμισι χρόνια, κάτι που δυσκόλευε πάρα πολύ την όποια μετέπειτα επεξεργασία παραγωγής.
Πριν από την παραγωγή του Pinto, η Ford δοκίμασε διάφορα πρωτότυπα, εν μέρει για να μάθει εάν πληρούσαν τα κριτήρια ασφάλειας που προτάθηκαν από την Εθνική Υπηρεσία Ασφάλειας Οδικής Κυκλοφορίας (NHTSA) για τη μείωση των πυρκαγιών από τροχαίες συγκρούσεις.
Σύμφωνα με τα νέα -τότε- κριτήρια ασφαλείας, από το 1972 όλα τα νέα αυτοκίνητα θα έπρεπε να μπορούν να αντέξουν μια πρόσκρουση από πίσω 20 μίλια/ώρα χωρίς απώλεια καυσίμου και μέχρι το 1973 θα μπορούσαν να αντέξουν σύγκρουση 30 μίλια/ώρα.
Όλα τα πρωτότυπα απέτυχαν στη δοκιμή των 20 μίλια/ώρα. Το 1970 η Ford έκανε crash test το ίδιο το Pinto και το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο: ρήξη δεξαμενών αερίου και επικίνδυνες διαρροές. Τα μόνα Pinto που πέρασαν τη δοκιμή είχαν τροποποιηθεί με κάποιο τρόπο – για παράδειγμα, με μια λαστιχένια κύστη στη δεξαμενή αερίου ή ένα κομμάτι χάλυβα μεταξύ του ρεζερβουάρ και του πίσω προφυλακτήρα. Έτσι, η Ford γνώριζε ότι το Pinto αντιμετώπιζε σοβαρό κίνδυνο πυρκαγιάς όταν χτυπηθεί από πίσω, ακόμη και σε συγκρούσεις με χαμηλή ταχύτητα.
Οι αξιωματούχοι της Ford αντιμετώπισαν ένα ηθικό δίλημμα: Να προχωρήσουν με τον υπάρχοντα σχεδιασμό, τηρώντας έτσι το χρονοδιάγραμμα παραγωγής, αλλά ενδεχομένως θέτοντας σε κίνδυνο την ασφάλεια των καταναλωτών; Ή μήπως πρέπει να καθυστερήσουν την παραγωγή του Pinto, επανασχεδιάζοντας τη δεξαμενή φυσικού αερίου, για να γίνει ασφαλέστερη και έτσι να παραχωρήσουν άλλον έναν χρόνο κυριαρχίας σε ξένες εταιρείες;
Ένα υπόμνημα/αναφορά που είδε το φως της δημοσιότητας και που επί της ουσίας ήταν μια cost/benefit analysis, ανέδειξε ότι οι της Ford υπολόγισαν ότι: Αν δεν προέβαιναν στις μετατροπές που θα έσωζαν ζωές, θα υπήρχαν 180 θάνατοι, 180 σοβαρές περιπτώσεις εγκαυμάτων και 2.100 καμένα οχήματα.
Η Ford κοστολογώντας ως ζημιά για την εταιρεία τον κάθε θάνατο ανθρώπου σε 200 χιλιάδες δολάρια, σε 67 χιλιάδες δολάρια τον κάθε τραυματισμό και 700 δολάρια το κάθε κατεστραμμένο οχήμα, κατέληξε ότι το συνολικό κόστος για την εταιρεία θα ήταν τα 49,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κοστολογώντας τη ζημιά που θα είχε η εταιρεία αν προέβαινε στις κατάλληλες μετατροπές που θα έσωζαν αυτές τις 180 ανθρώπινες ζωές και τους 180 σοβαρούς τραυματισμούς, η εταιρεία, υπολογίζοντας ότι η κάθε μετατροπή σε 12,5 εκατομμύρια οχήματα θα ήταν στα 11 δολάρια, εκτίμησε ότι η συνολική ζημιά επιβάρυνσης της εταιρείας θα ήταν 137,5 εκατομμύρια δολάρια!
Η Ford, αν και είχε ενώπιον της το υπόμνημα ότι η απόφασή της αυτή πιθανό να είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο τουλάχιστον 180 ανθρώπων και τον πολύ σοβαρό τραυματισμό ακόμα 180 ανθρώπων, όχι μόνο προχώρησε με την αρχική σχεδίαση, αλλά συνέχισε με αυτήν για τα επόμενα έξι χρόνια!
Ποια είναι εν τέλει η αξία μιας ανθρώπινης ζωής στο χρηματιστήριο αξιών της ηθικής και ποια η αξία της σε σχέση με την επενδυτική στρατηγική μιας εταιρείας;
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ: Οι πληροφορίες που καταγράφονται στο κείμενο δεν αφορούν τις σημερινές πολιτικές και προτεραιότητες των σύγχρονων διοικήσεων των εταιρειών στις οποίες γίνεται αναφορά.
* Advocates-Legal Consultants