A΄ Μέρος  

 

Τα αδέλφια του κοιμούνται ακόμη στο σκοτεινό κρύο δωμάτιο ενώ αυτός ξεγλιστρά προσεκτικά από το μεγάλο κοινό κρεβάτι τρέχοντας προς την κουζίνα. Ανυπομονεί να δει αν πραγματοποιήθηκε η ευχή του να ξυπνήσει Χριστούγεννα και να δει την πόλη σκεπασμένη στο χιόνι. Τότε θα ξυπνήσει τα αδέλφια του και θα βγουν να παίξουν χιονοπόλεμο, να φτιάξουν χιονάνθρωπο, όπως αυτόν που βλέπουν σε ξένες ταινίες και σε χριστουγεννιάτικες κάρτες. Δεν έχει δει ούτε αγγίξει ποτέ το χιόνι στη μικρή ζωή του και όπως όλα τα παιδιά του Νότου και της Μεσημβρίας το ονειρεύονται σαν το απόλυτο σύμβολο των Χριστουγέννων.

 

Η αυλή όμως είναι όπως και την προηγούμενη μέρα. Φεγγοβολούν χρυσά τα μανταρίνια και τα κιτρόμηλα στα λεμονόδεντρα, τα κυπαρίσσια σκούρο πράσινο στέκουν αγέρωχα και σιωπηλά στο διπλανό κοιμητήρι κάτω από τον χειμωνιάτικο ήλιο. Τον άσπιλο γαλάζιο ουρανό το μόνο που τον σκιάζει είναι οι καπνοί από τη σούβλα που ο πατέρας του γυρίζει αργά στα κάρβουνα, έχοντας το κονιακούδι και λίγο χοιρομέρι στο πλάι, έτσι για το καλό της ημέρας. Η μητέρα με τα ρολά στα μαλλιά και τη μακριά βελούδινή της ρόμπα περνά τις σιεφταλιές, τα λουκάνικα και το χαλλούμι στις σχάρες και στις σμίλες, κάνοντας εβίβα με τον άντρα της. «Καλά Χριστούγεννα» του λένε, τον αγκαλιάζουν και τον φιλούν. Κάθεται νυσταλέα ανάμεσά τους και τους παρατηρεί νιώθοντας τη θαλπωρή τους και τη ζεστασιά του χειμωνιάτικου ήλιου.   

 

Καθισμένος όλο το πρωί νωχελικά δίπλα στο παράθυρο, κοιτάζει προς τα έξω το λευκό τοπίο. Όλα άσπρα, ο ουρανός, οι στέγες των σπιτιών, τα δέντρα και τα σταθμευμένα αυτοκίνητα θαμμένα κι αυτά κάτω από το χιόνι. Ξεφτιάριζε για μισή ώρα, όπως κάνει κάθε πρωί άλλωστε μέχρι να απεγκλωβίσει το αυτοκίνητο της Tina, για να μπορέσει να πάει στη δουλειά της, αφού έχει πρωινή χριστουγεννιάτικη βάρδια. Προτού φύγει, έβαλε τη γαλοπούλα να σιγοψήνεται στον φούρνο. Μέχρι τις τρεις που αυτή θα επιστρέψει, ο Γιώργος δίπλα από το έλατο με τα λαμπιόνια που αναβοσβήνουν, με πρωινές μπύρες για συντροφιά αλλάζει μηχανικά κανάλια στην τηλεόραση.

 

Τέτοια μέρα δείχνουν μόνο χαρούμενες ταινίες, με Άγιους Βασίληδες και ευτυχισμένες οικογένειες γύρω από γιορτινά τραπέζια. Χιλιάδες πιστών έξω από το Βατικανό περιμένουν τον Πάπα να βγει στο μπαλκόνι του. Χριστουγεννιάτικα δέντρα στον Λευκό Οίκο, στη Νέα Υόρκη, στο Ρίο ντε Τζανέιρο. Φωτισμένοι λεωφόροι στο Λονδίνο, Παρίσι, Βερολίνο. Κανείς δεν μιλά τέτοια μέρα για πολέμους, βομβαρδισμούς, λαθρομετανάστες και ναυάγια, κρύο ή πείνα που μαστίζει κάποιες χώρες του πλανήτη, ούτε για την υπερθέρμανσή του. Σήμερα όλα σβήνουν κάτω από την εκτυφλωτική λάμψη των Χριστουγέννων.  

 

Η Μεσόγειος και η Ευρώπη είναι χιλιάδες μίλια μακριά του, σε ένα άλλο χωροχρόνο, όπως και τα παιδικά του χρόνια και εκείνο το απόλυτο πρωί που ενώ τα αδέλφια του κοιμόντουσαν, ένιωσε τόσο μοναδικός ανάμεσα στους γονείς του. Η Κύπρος μια κουκκίδα στον χάρτη, την ψάχνει στο google earth και να που τώρα ο Γιώργος βρίσκεται πάνω από τις οροσειρές του Τροόδους και του Πενταδαχτύλου, τα κατεχόμενα χωριά και τις πόλεις. Να και η δική του πόλη, το σπίτι των παιδικών του χρόνων. Εκεί, δεν έχει ξημερώσει ακόμη Χριστούγεννα, η μητέρα του θα κοιμάται στο σπίτι με τα λεμονόδεντρα, τις ελιές, τα κυπαρίσσια και το φως από το καντήλι που δεν σβήνει ποτέ στο εικονοστάσι. Νομίζει μάλιστα πως το βλέπει, αυτό το μοναδικό φως που φωτίζει τη μνήμη και ζεσταίνει την ύπαρξή του ακόμη και στην άλλη άκρη του κόσμου.    

 

Την επομένη της 28ης Οκτωβρίου είχε φορτώσει σε ένα φορτηγό τα κρεβατάκια-ξαπλώστρες και τις ομπρέλες που για έξι μήνες φιλοξενούσαν στην παραλία ξένους τουρίστες από βόρειες χώρες. Παιδάκια έχτιζαν πύργους στην άμμο, κάτω από τους αληθινούς πύργους της πόλης. Φραπέ, αναψυκτικά, παγωμένες μπύρες, παγωτά. Η παραλία μύριζε καρύδα από τις αντηλιακές κρέμες και τις aftersun, που αλείφονταν οι παραθεριστές και τις οποίες οι μαμμάδες άπλωναν κάθε τόσο στα παιδιά τους. Από την ανατολή μέχρι τη δύση του ήλιου αυτός έστηνε και ξέστηνε ομπρέλες και ξαπλώστρες, με την αλμύρα και τον ήλιο σε όλο του το κορμί, σε όλο του το είναι.

 

Τα βράδια άπλωνε στη βεράντα του σπιτιού με τα γιασεμιά χαλαρώνοντας με τη δροσιά της μπύρας και μεζεδάκι. Αρχές Νοεμβρίου πέταξε όπως κάθε χρόνο για Καναδά, ώστε να ξεχειμωνιάσει με την αγαπημένη του. Εδώ ήταν ήδη βαρυχειμωνιά, ενώ μέχρι τα Χριστούγεννα παγώνουν λίμνες και ποτάμια. Επιστρέφει στο νησί συνήθως τον Απρίλιο, όταν στον Καναδά λιώνουν τα χιόνια και οι πάγοι ενώ στο νησί ανθίζουν τα λεμονόδεντρα. Μέχρι το Πάσχα θα έχει στρωμένα τα κρεβατάκια και τις ομπρέλες και θα αρχίσει μια νέα καλοκαιρινή saison στην παραλία.

 

Η Tina επέστρεψε από τη δουλειά. Βγάζει τη στολή της, φορεί ένα κόκκινο φουστάνι, ανοίγουν κρασί και τα δώρα τους. Του πρόσφερε ένα μαγιό, μια πετσέτα θαλάσσης και ένα καπελάκι με τη σημαία του Καναδά, μια αντηλιακή κρέμα και μια άλλη aftersun, που θα χρειαστεί στην παραλία. Φορούν τα μπουφάν και τους σκούφους τους και κατευθύνονται προς το ποτάμι για να κάνουν πατίνια. Στο νησί θα ανατέλλει τώρα ο ήλιος της δικαιοσύνης.

 

Καλά Χριστούγεννα με φως και αθωότητα!