Την προηγούμενη Κυριακή, 165,688 άτομα προσήλθαν στις εκκλησιαστικές κάλπες για να ψηφίσουν ποιοι τρεις από τους έξι συνολικά υποψήφιους για τον αρχιεπισκοπικό θρόνο, θα έπρεπε να οδηγηθούν ενώπιον των μελών της Ιεράς Συνόδου για να αποφασίσουν ποιος εκ των τριών θα είναι ο νέος Αρχιεπίσκοπος. Ξεκάθαρα πράγματα. Μια διαδικασία ίσως παράδοξη και παράλογη στα μάτια των πολιτών, διότι εκλογές σημαίνει η έκφραση της βούλησης του λαού. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως, ο λαός δεν κλήθηκε να αποφασίσει απευθείας για τον ποιο θέλει για Αρχιεπίσκοπο αλλά για το ποιον θέλει να βρίσκεται στο Τριπρόσωπο το οποίο θα οδηγείτο ενώπιον της Ιεράς Συνόδου. Η οποία ασφαλώς μπορεί να κόψει και να ράψει όπως θέλει. Και αυτό προφανώς θα κάνει, ανεξάρτητα από το ποιόν ανέδειξε πρώτο, δεύτερο ή τρίτο η κάλπη της Κυριακής. Και αυτό στην ουσία είπε και ο Μητροπολίτης Πάφου τη νύκτα της Κυριακής θέλοντας να προετοιμάσει προφανώς το έδαφος για τη συνέχεια και να βάλει τέλος στις όποιες προσδοκίες από τον Μητροπολίτη Λεμεσού. Δεν υπάρχει πρώτος, δεύτερος ή τρίτος, μας είπε. Υπάρχει το Τριπρόσωπο. Για αυτό ψήφισε ο κόσμος που πήγε την Κυριακή στις κάλπες και όχι για τον νέο του Αρχιεπίσκοπο. 

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι θα ήταν πιο δημοκρατική η διαδικασία της απευθείας εκλογής του Προκαθημένου της Εκκλησίας από το ποίμνιό της.  Διότι κακά τα ψέματα, η Εκκλησία στην Κύπρο λειτουργεί ως ένας παράλληλος φορέας εξουσίας. Επηρεάζει αποφάσεις, έχει ισχυρή οικονομική ισχύ μέσα από τις οικονομικές δραστηριότητες της και ασκεί επιρροή σε διάφορα κέντρα λήψης αποφάσεων. Ως εκ τούτου, ίσως θα ήταν και πιο δίκαιο ο λαός να έχει πιο άμεση συμμετοχή στην απόφαση για το ποιον θέλει να έχει επικεφαλής της Εκκλησίας του και τον οποίο θα τον έχει για όσα χρόνια θα βρίσκεται εν ζωή. Δεν την έχει όμως αυτή τη δυνατότητα ο λαός. 

Ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας όπως διαμορφώθηκε το 2010 αυτό προνοεί. Και αυτό τον Καταστατικό Χάρτη τον υπέγραψαν όλα τα μέλη της Ιεράς Συνόδου συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του Μητροπολίτη Λεμεσού Αθανάσιου. Και υπό αυτά τα δεδομένα υπέβαλε την υποψηφιότητα του και μπήκε στην κούρσα των αρχιεπισκοπικών εκλογών. Ήξερε μάλιστα πολύ καλά το πώς θα εξελισσόταν η ιστορία. Το έζησε και μάλιστα σε πολύ πιο ιντριγκαδόρικη εκδοχή το 2006 όταν σε μια ακόμα πιο περίεργη εκλογική διαδικασία, ο τότε Μητροπολίτης Πάφου εξελέγη Αρχιεπίσκοπος παρόλο που ήταν τρίτος. Τότε μάλιστα η διαφορά σε ψήφους ήταν και πολύ μεγαλύτερη διότι και η συμμετοχή του κόσμου ήταν πολύ μεγαλύτερη. Δεν ήξερε όμως τότε ο κόσμος τι θα ακολουθούσε και ήλπιζε και θεωρούσε ότι η ψήφος του θα είχε και κάποιο αντίκτυπο στο τελικό αποτέλεσμα. Τότε ήταν δικαιολογημένη και η δυσαρέσκεια του κόσμου και η απογοήτευση του. Αλλά τότε δεν ήξερε. Σήμερα όμως ήξερε. Και αυτό είναι το θέμα. Ήξεραν και οι Μητροπολίτες που έμπαιναν στη μάχη των εκλογών ότι αυτοί ήταν οι κανόνες με τους οποίους θα έπαιζαν. Όπως γνώριζαν, ή όφειλαν να γνωρίζουν και όσοι την Κυριακή πήγαν στις κάλπες για να ψηφίσουν ότι η ψήφος τους έχει αντίκρισμα μέχρι ενός σημείου. Μετά αρχίζει μια άλλη διαδικασία. Το να ερχόμαστε εκ των υστέρων να ζητούμε σεβασμό στη βούληση του λαού και διάφορα άλλα, είναι απλά κουραφέξαλα. Διότι αν δεν θες, δεν μπαίνεις σε μια διαδικασία που μοιάζει ή και μπορεί και να είναι σημαδεμένη τράπουλα. Ή τουλάχιστον πασκίζεις και παλεύεις για να αλλάξεις αυτά τα δεδομένα και καταγγέλλεις όσους στέκονται απέναντι σε αυτή σου την προσπάθεια. Από τη στιγμή πού όλοι οι ιεράρχες θέλουν να έχει ρόλο και τον τελικό λόγο στο ποιος θα είναι ο νέος Αρχιεπίσκοπο η Ιερά Σύνοδος, δηλαδή οι ίδιοι και όχι ο λαός, τότε να μην έχουν παράπονο και να μην ξεσηκώνουν και τον κόσμο.