«Θέλεις να πάμε σινεμά;», μου είπε ο παππούς. Τον κοίταξα περίεργα γιατί καλά-καλά δεν ήμουν σίγουρος τι ήταν αυτό το φρούτο. Έγνεψα καταφατικά και πριν το καταλάβω άρπαξε το χεράκι μου και το έχωσε στην τεράστια χούφτα του. Πιάσαμε την κατηφόρα της Χιλ Στριτ, μέσα στην καταχνιά και τα μουντά κτήρια της Γλασκόβης. Η διαδρομή πάντα με τρόμαζε, αλλά ο γεροδεμένος παππούς Τζίμις, ήταν εχέγγυο ασφάλειας. Το ημερολόγιο έγραφε 1974 και μόλις είχα κλείσει τα έξι μου χρόνια. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που βίωνα την εμπειρία της αίθουσας του κινηματογράφου.
Με το ελαφάκι «Μπάμπι» να γεμίζει την τεράστιο οθόνη, βυθίστηκα στη θέση μου για να μην δει ο παππούς τα δάκρυά μου από τη συγκινητική τροπή της πλοκής. Αυτό ήτανε. Έκτοτε κόλλησα με το σινεμά. Μεγαλώνοντας διάβασα άπειρα βιβλία, ενώ επαγγελματικά έγραψα εκατοντάδες κριτικές, όχι ως ειδικός, ως δεινός σινεματζής που πια είχε άποψη για τη σκηνοθεσία, την υποκριτική, το φωτισμό, τις γωνιές της κάμερας, το σενάριο, τα κάδρα, τα χρώματα. Ένας ολόκληρος και ανεξάντλητος κόσμος ο οποίος συνεχώς αλλάζει, μεταβάλλεται, εξελίσσεται και προσφέρει νέες προκλήσεις και γνώσεις σ’ όποιον τυγχάνει να έχει αγαπήσει το λευκό πανί.
Οπόταν, ως μέλος πια της κοινότητας των φανατικών εραστών της έβδομης τέχνης, ήμουν κι εγώ ανάμεσα σε αυτούς που «ψήφιζαν» τον «Πολίτη Κέιν» ως την καλύτερη ταινία όλων των εποχών. Το επισφράγιζε και η πιο αξιόπιστη λίστα, αυτή του περιοδικού Sight and Sound του Βρετανικού Ινστιτούτου Κινηματογράφου, το οποίο κάθε δέκα χρόνια, μαζεύει εκατοντάδες κριτικούς κινηματογράφου και άλλους ειδικούς του χώρου οι οποίοι ψηφίσουν τα κορυφαία. Ο «Πολίτης Κέιν», το τεράστιο ασπρόμαυρο φιλμ του Όρσον Γουέλς, υπήρξε σταθμός, ένα πρωτοποριακό για την εποχή του έργο το οποίο επηρέασε τον ρου του κινηματογράφου.
Φέτος, όμως, όλα άλλαξαν. Γιατί οι κριτικοί χάρισαν την πρωτιά της επόμενης δεκαετίας, στην άγνωστη – για τους μη σινεφιλικούς (γιατί δεν είναι όλα ποπ κορν) – βελγική ταινία «Ζαν Ντιλμάν» του 1975. Μια ταινία σε σκηνοθεσία και σενάριο γυναίκας, της Σαντάλ Άκερμαν, που γυρίστηκε από γυναίκες και θεωρείται η επιτομή του φεμινιστικού κινηματογράφου. Αφηγείται την ιστορία μιας Βελγίδας χήρας μητέρας ενός έφηβου, που στρέφεται στην πορνεία για να μπορέσει να τα βγάλει πέρα, μέχρι που… (μην ψάχνετε εδώ για spoilers).
Γιατί αναφέρω όλα τα πιο πάνω; Πρώτον, δεν μπορώ να χάσω ακόμα μια ευκαιρία να παινέψω την τέχνη που, όχι μόνο μου έδωσε ψωμί, αλλά με άλλαξε ως άνθρωπο, με βελτίωσε, με δίδαξε και δεν παύει να με γεμίζει κάθε μέρα. Δεύτερον, όταν η κριτική μάζα φτάσει σε ένα σημείο καμπής, ο άνθρωπος μπορεί να μεταμορφώσει τα πάντα. Και προς το καλύτερο και προς το χειρότερο (βλέπε ναζί). Στην προκειμένη, είναι η αναγνώριση των γυναικών που έφτιαξαν αριστουργήματα, αλλά παραγκωνίστηκαν για ευνόητους λόγους.
Έως τώρα. Γιατί ο Κέιν, πήρε επιτέλους πόδι. Γιατί ο προβολέας έπεσε πάνω σε μια γυναίκα – όπως τόσες άλλες, σε τόσους πολλούς τομείς – που παρέμεναν στην αφάνεια και τη βαριά σκιά του στιβαρού σεξισμού που θέλει πάντα το «ασθενές φύλο» να περπατάει υπάκουα μισό βήμα πίσω. Όχι ένα. Μισό. Το ένα βγάζει μάτι. Το μισό είναι φερετζές…
Ελεύθερα, 18.12.2022.