Πώς είναι για έναν νέο να ζει στην Κύπρο του σήμερα; Το ερώτημα αυτό προσπάθησε να το απαντήσει τις προάλλες ο γράφων μέσα από μια έστω επιδερμική κοινωνικοοικονομική ανάλυση με τον 19χρονο Α.
Αφορμή για τη -μακρόσυρτη όπως εξελίχθηκε- συζήτηση ήταν η επιταγή που έλαβε από τον εργοδότη του έναντι των μηνιαίων του υπηρεσιών σε μαγαζί εστίασης.
Το ποσό που αναγραφόταν στο τραπεζικό αυτό έγγραφο και μου έδειξε με ένα χαμόγελο όλο νόημα, ήταν της τάξεως των 335 ευρώ (παρά κάτι σεντ). Βλέπετε, ο Α. εργάζεται ως υπάλληλος μερικής απασχόλησης και λαμβάνει 4,4 ευρώ/ώρα…
Είχε πάρει απολυτήριο λυκείου το καλοκαίρι του 2021, κι ένα χρόνο αργότερα έπρεπε να κάνει τα επόμενα βήματά του για να κτίσει τις βάσεις για ένα καλύτερο μέλλον.
Λόγω ιδιαίτερων προσωπικών συνθηκών και μετά από συζήτηση με τους γονείς του, αποφάσισε να μη σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, όπου είχε εξασφαλίσει θέση. Δεν πίστευε ότι η συγκεκριμένη σπουδή θα του εξασφάλιζε ένα καλό μέλλον. Ούτε ένιωθε πως ήταν αυτό που πραγματικά ήθελε. Κατέληξε, λοιπόν, να ακολουθήσει έναν κλάδο της αρεσκείας του στην Κύπρο. Όμως, ούτε αυτή η επιλογή έμελλε να μετουσιωθεί.
Στο κυπριακό ιδιωτικό πανεπιστήμιο, ενημερώθηκε μαζί με τους γονείς του για το πρόγραμμα σπουδών και το κόστος τους. Θα χρειαζόταν ένα ποσό της τάξεως των 8.000 ευρώ ετησίως. Αυτά τα χρήματα θα καλύπτονταν εν μέρει από κρατική χορηγία, ωστόσο, η βοήθεια θα ερχόταν εκ των υστέρων.
Αν και υπήρχαν κάποιες λύσεις, αποφάσισε να μη βάλει σε οικονομικούς μπελάδες την πολυμελή οικογένειά του, κι ανέβαλε τις σπουδές για έναν χρόνο. Άλλωστε, η επαγγελματική αποκατάσταση μετά τις τετραετείς σπουδές, δεν ήταν εξασφαλισμένη. «Θα δουλέψω, μέχρι να κατεβάσω τον νου μου και να νιώθω πιο βέβαιος για τον δρόμο που θα ακολουθήσω» ήταν η σκέψη του.
Είπε «ναι», λοιπόν, στην πρώτη δουλειά που βρήκε για να καλύπτει κάποια βασικά έξοδα. Μέσω ενός γνωστού εργοδοτήθηκε ως υπάλληλος μερικής απασχόλησης σε μια μικρή επιχείρηση που έχει ως αντικείμενο διακοσμήσεις για εκδηλώσεις και γιορτές. Περίπου 10 ώρες την εβδομάδα, που αντιστοιχούν με μηνιαίες απολαβές 200 ευρώ. Χαρτζιλίκι.
Τον βοήθησαν και οι δικοί του να επισκευάσει το παλιό αυτοκίνητο που του χάρισε ο θείος του, κι άρχισε να αναλαμβάνει ο ίδιος ευθύνες. Συντήρηση του αυτοκινήτου, καύσιμα, ασφάλεια, άδεια κυκλοφορίας, λογαριασμό τηλεφώνου, άλλα προσωπικά έξοδα, φαγητό, τσιγάρα, δρομολόγια για τα μικρότερα αδέρφια του και πολύ λίγες εξόδους για διασκέδαση…
Οι ανάγκες τον ώθησαν να αναζητήσει και μια δεύτερη δουλειά. Έτσι κατέληξε να εργάζεται και σε μαγαζί του κλάδου εστίασης. Κι εκεί ως «part-timer». Τέσσερις φορές την εβδομάδα, 60-75 εργάσιμες ώρες προς 4,4 ευρώ έκαστη και μια επιταγή της τάξεως των 265-340 ευρώ μηνιαίως. Σύνολο ένα 500άρι…
Πάλι καλά που για την ώρα μένει στους δικούς του, οι οποίοι του χορηγούν καμιά οικονομική ένεση όταν μπορούν. Πάλι καλά που έχει την υποστήριξη της γιαγιάς και του παππού. Αν και θα μπορούσε να αναζητήσει καλύτερη δουλειά, εντούτοις, γνωρίζει ότι οι οικονομικοί όροι δεν θα είναι κατά πολύ βελτιωμένοι. Άλλωστε, ποιος εργοδότης θα προσφέρει περισσότερα χρήματα στον Α., γνωρίζοντας ότι πιθανόν να αποχωρήσει στο τέλος της σεζόν;
Με όλα αυτά ο Α. πήρε μια καλή γεύση για το τι είναι η ζωή σήμερα. Και σίγουρα δεν μπορεί να ατενίζει το μέλλον με αισιοδοξία.
Μ’ όλα αυτά ψυχοπλακώθηκα. Θυμήθηκα ότι δουλεύοντας ως μαθητής έβγαζα πολύ περισσότερα. Και σπούδασα στην Αθήνα με πολύ λιγότερα χρήματα. Την ίδια στιγμή ένιωσα ενοχές. Γιατί ως μέρος αυτής της κοινωνίας δεν μπορώ να υπερηφανεύομαι για αυτό που η δική μου γενιά θα παραδώσει στην επόμενη. Και ντράπηκα. Περισσότερο ντράπηκα, όμως, για λογαριασμό αυτών που κομπάζουν για το κληροδότημά τους. Εθνικός κατώτατος μισθός κι άλλα εύηχα παραμύθια της Χαλιμάς…