Δεν ξέρω τι λέει σε έναν 25χρόνο, σε έναν 30χρόνο, η είδηση του θανάτου του Νότη Μαυρουδή. Ενδεχομένως τίποτα. Ενδεχομένως να διερωτούνται «Ποιος είναι αυτός;». Για όσους μεγαλώσαμε με τα τραγούδια του Νέου Κύματος, είναι σαν να αποσυγκολλούνται ένα – ένα, σταδιακά, κομμάτια της ζωής μας. Μπορεί να πάψαμε για χρόνια να ακούμε τα τραγούδια αυτά, έτσι κι αλλιώς στα ραδιόφωνα παίζονται μόνο όταν πεθάνουν οι δημιουργοί τους. Αλλά, ούτε και τα αποζητάμε έχοντας αφήσει πίσω εκείνη την εποχή και όλα όσα την συνόδευαν. Εκείνη τη γλυκάδα που ίσως σήμερα μοιάζει γλυκερή, εκείνη την τρυφερότητα και τον ρομαντισμό που μοιάζει εκτός τόπου και χρόνου.
Ερωτεύεται σήμερα κάποιος ακούγοντας «Μια μέρα που την αγαπώ γεννήθηκε η αγάπη μου/κι ήταν σαν άστρο της βροχής μέσα στη χειμωνιά»; Νοιώθει την απελπισία του έρωτα στους στίχους «Χαράζει η μέρα και η πόλη έχει ρεπό/στη γειτονιά μας καπνίζει ένα φουγάρο/κι εγώ σε ζητάω σαν πρωινό τσιγάρο και σαν καφέ πικρό»; Ή στο «Άκρη δεν έχει ο ουρανός, αρχή δεν έχει η δύση. Τέλος δεν έχει ο καημός, το χαμογέλιο θλίψη»; Συνοδεύει κάποιος τον χωρισμό με ένα τραγούδι που λέει «Μες στο φτηνό ξενοδοχείο και τα σεντόνια των πολλών/μες σε καθρέφτες δίχως μνήμη θα τελειώσουμε λοιπόν»; Μπορεί η φωνή της Βιτάλη, της Αρλέτας, της Πόπης Αστεριάδη, οι νότες της κιθάρας του Νότη Μαυρουδή να απαλύνουν τον πόνο του χωρισμού;
Τα ανθρώπινα συναισθήματα παραμένουν ίδια, η έκφραση τους όμως αλλάζει. Και μια γενιά μπορεί να κλαίει με ένα χασάπικο για κάποιον Τάσο, αλλά μια άλλη μπορεί να μην καταλαβαίνει Χριστό με αυτούς τους ακατανόητους στίχους που λένε πως ίσως φταίνε τα φεγγάρια. Όπως όμως «δεν μπορούμε να απαλλαχτούμε από αυτές τις θεοσκότεινες κατακόμβες στις οποίες εμμέσως “κατοικούμε” δίχως τη θέλησή μας, βαραίνοντας τις συνειδήσεις» όπως έγραψε στην τελευταία του ανάρτηση δυο μέρες πριν σκοτωθεί ο Νότης Μαυρουδής, έτσι δεν μπορούμε κι ούτε θέλουμε να απαλλαγούμε από όλα αυτά που μας διαμόρφωσαν. Όπως τους ήχους και τους στίχους.
«Μπορούμε να ανοίξουμε μια καινούργια σελίδα με το ξεκίνημα του 2023 σβήνοντας τα του ’22;», διερωτάτο ο Μαυρουδής δίνοντας ταυτόχρονα την απάντηση: «Είναι ζητήματα που συνέβησαν και καθόρισαν τον τρόπο σκέψης τής κοινωνίας μας! Δεν μπορούμε να τα αγνοήσουμε θεωρώντας τα μη γενόμενα…». Μαζί με «το βαρύ φορτίο που έχει μαζευτεί στο πέρασμα του χρόνου», κρατάμε και ένα άλλο φορτίο. Εκείνο του πολιτισμού, γι’ αυτό και ελπίζουμε πως «το 2023 θα μπορέσει να αντέξει το βάρος της τόσο τραυματισμένης, πραγματικότητας που έχει κατακυριεύσει το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας». Εξάλλου Άκρη δεν έχει ο ουρανός.