Μέσα από τις στατιστικές έρευνες και μελέτες που εκπονεί η Στατιστική Υπηρεσία προκύπτουν, καθημερινά, σημαντικά συμπεράσματα, που αφορούν πολλά κορυφαία ζητήματα της πραγματικής ζωής και της ζώσας πραγματικότητας. 

Τα συμπεράσματα αφορούν κυρίως την κατάσταση της ανεργίας (που βρίσκεται σε καθοδική πορεία), τον έλεγχο της αδήλωτης εργασίας, την παραγωγικότητα, αλλά και τις απολαβές των μισθωτών και την κερδοφορία των επιχειρήσεων ως ποσοστό του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ).

Ως προς το τελευταίο, από την αναθεώρηση των εθνικών λογαριασμών που έγινε μόλις τον περασμένο Οκτώβρη, προκύπτει το συμπέρασμα πως, από το 2012 έως και το 2021, οι απολαβές των μισθωτών μειώθηκαν από το 48.3% του ΑΕΠ στο 44.3%, ενώ την ίδια περίοδο τα κέρδη αυξήθηκαν από το 18.1% στο 26.7%.

Η δυσανάλογη αυτή κατανομή οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι, ενώ οι επιχειρήσεις έκαναν κέρδη, δεν έδιναν και τις ανάλογες αυξήσεις, κυρίως τα έτη 2015 και 2016, που υπήρχε ανάκαμψη της οικονομίας.

Αυτή η στατιστική διαπίστωση ιστορικά συνάδει απόλυτα με αυτό που εντόπισε και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή από το 2015. Στις τότε χειμερινές προβλέψεις της, η Επιτροπή διαπίστωσε υψηλά περιθώρια κέρδους στις κυπριακές επιχειρήσεις, ως αποτέλεσμα της μείωσης των μισθών. «Αυτή την κερδοφορία τη χρειάζονται οι επιχειρήσεις γιατί η πιστωτική επέκταση είναι αναιμική και δεν έχουν άλλες πηγές χρηματοδότησης», έλεγε τότε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Με απλά λόγια, από τα πιο πάνω συμπεραίνεται με ασφάλεια πως οι μισθωτοί τα τελευταία χρόνια, μέσα από τις θυσίες τους, μισθολογικές και άλλες, στήριξαν και υποστήριξαν (μεσούσης της οικονομικής κρίσης και αργότερα μεσούσης της πανδημίας), τις κυπριακές επιχειρήσεις και συνέβαλαν στην απαιτούμενη ρευστότητα τους. Κάτι που δεν μπόρεσε να κάνει ο τραπεζικός τομέας. Αυτό αποτελεί αλήθεια και ιστορική πραγματικότητα, που δεν επιδέχεται καμίας διάψευσης. 

Απ’ όλα τα πιο πάνω, συμπεραίνεται επίσης πως, στην Κύπρο, διαχρονικά οι πολλοί (από το σύνολο των απασχολουμένων, πέραν του 88% είναι υπάλληλοι), παίρνουν τα λίγα.

Αναφέροντας όλα τα πιο πάνω, σε καμία περίπτωση δεν δαιμονοποιούμε το κέρδος. Θέλουμε να υπάρχουν κερδοφόρες επιχειρήσεις, που θα δημιουργούν και θα προσφέρουν στην αγορά ποιοτικές, καλές θέσεις εργασίας και καλούς όρους εργοδότησης. 

Απλά διεκδικούμε αυτό που ανήκει στους μισθωτούς πολίτες από τον παραγόμενο εθνικό πλούτο. Διεκδικούμε ισορροπία που θα δημιουργεί υγεία και ποιότητα στις εργασιακές σχέσεις.

 

Η ΑΤΑ

Σε μια άλλη παράπλευρη εξέλιξη, το συνδικαλιστικό κίνημα αυτή την εποχή διεκδικεί πλήρη επαναφορά του θεσμού της Αυτόματης Τιμαριθμικής Αναπροσαρμογής (ΑΤΑ).  Όπως είναι γνωστό, τα τελευταία τέσσερα χρόνια η ΑΤΑ καταβάλλεται κατά το ήμισυ (50%), με την προϋπόθεση ότι θα υπάρχουν θετικοί ρυθμοί ανάπτυξης της οικονομίας το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της χρονιάς που προηγείται της καταβολής της. Όλη αυτή την τετραετία η ΑΤΑ που δεν δόθηκε στους εργαζόμενους παρέμεινε στα χέρια και στα ταμεία των εργοδοτών. Είναι χρήσιμο να λεχθεί στο σημείο αυτό, πως η ΑΤΑ σ’ όλα τα χρόνια λειτουργίας της υπήρξε χρήσιμη και ωφέλιμη για το σύνολο της κυπριακής οικονομίας, όπως αποφάνθηκαν τρεις πρόεδροι της Κυπριακής Δημοκρατίας, σε ξεχωριστές χρονικές περιόδους. 

Η ΑΤΑ αποτέλεσε και εξακολουθεί να αποτελεί ένα χρήσιμο εργαλείο στη διαχείριση των οικονομικών πραγμάτων του τόπου και συμβάλλει στην αποκατάσταση της αγοραστικής αξίας των μισθών. 

Αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του συστήματος συλλογικών συμβάσεων που ελεύθερα συνομολογούνται ανάμεσα στους κοινωνικούς εταίρους, ενώ η ύπαρξη και παρουσία της δημιουργεί προϋποθέσεις διαρκούς εργατικής ειρήνης, αφού συμβάλλει στη συνομολόγηση συμβάσεων πολυετούς διάρκειας. Η διαρκής εργατική ειρήνη βοηθά την οικονομική πρόοδο και ανάπτυξη της χώρας και όλων των επιχειρηματικών μονάδων. Αυτό το στοιχείο από μόνο του θα έπρεπε να κάνει, τους εργοδότες, υποστηρικτές του θεσμού και όχι να επιδιώκουν την κατάργηση ή και την υποβάθμιση του. 

Οφείλουμε να υπενθυμίσουμε προς όσους υποστηρίζουν πως ο θεσμός είναι αναχρονιστικός, ότι η Κύπρος κατά τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις ήρθε πρώτη στην κούρσα της τότε διεύρυνσης, χωρίς η παρουσία της ΑΤΑ να δημιουργεί οποιοδήποτε πρόβλημα. Βεβαίως, ούτε και σήμερα δημιουργεί.

 

Μισθοί και πληθωρισμός 

Και ούτε δημιουργεί πρόβλημα αύξησης του πληθωρισμού. Πρόσφατα, ειδικοί επιστήμονες που ασχολούνται με το συγκεκριμένο ζήτημα έχουν αποφανθεί πως «οι αυξήσεις των μισθών δεν ανατροφοδοτούν τον πληθωρισμό». 

«Το σπιράλ της ανατροφοδότησης των μισθών και των τιμών αποτελεί έναν μύθο: ο πληθωρισμός ωθεί τους μισθούς προς τα κάτω και όχι προς τα πάνω», εξηγεί στη «Wall Street Journal» ο Τζατζ Γκλοκ, εκτελεστικός διευθυντής Πολιτικής του εδρεύοντος στο Τέξας των Ηνωμένων Πολιτειών Cicero Institute. Ο πρώην καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Δυτικής Βιρτζίνια θεωρεί ότι η πρόσφατη ανακοίνωση του αμερικανικού Υπουργείου Εργασίας ότι οι αμοιβές των εργαζομένων στις ΗΠΑ αυξήθηκαν κατά μέσο όρο κατά 5,7% σε ετήσια βάση – πρόκειται για τη μεγαλύτερη αύξηση την τελευταία εικοσαετία – «είναι εσφαλμένη και εδράζεται σε μια οικονομική ιδέα που επιμένει να επιβιώνει και να οδηγεί σε λάθος πολιτικές».

Τα στοιχεία που ανακοίνωσε το Υπουργείο Εργασίας ακολούθησαν χρονικά άλλα, που έδειξαν ότι ο δείκτης τιμών καταναλωτή αυξήθηκε κατά 7,5% το τελευταίο 12μηνο.  Ως εκ τούτου, μια ακριβέστερη διατύπωση εκ μέρους του Υπουργείου Εργασίας θα έπρεπε να είναι, κατά τον Αμερικανό οικονομολόγο, ότι «οι πραγματικοί μισθοί μειώθηκαν κατά 1,8% στη χώρα το τελευταίο 12μηνο» (βλέπε εφημερίδα το Βήμα των Αθηνών 20/2/22).

 

Συμπέρασμα 

Η ανταγωνιστικότητα της κυπριακής οικονομίας δεν απειλείται από την παρουσία της ΑΤΑ, αλλά από τη χαμηλή παραγωγικότητα, που αποτελεί την αχίλλειο πτέρνα της. Η διάβρωση της ανταγωνιστικότητας της δικής μας οικονομίας προέρχεται επίσης από το σπάταλο και γραφειοκρατικό κράτος, από την καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης, από τη διαφθορά των θεσμών κ.λ.π. 

Αναχρονισμός είναι η άρνηση για βελτίωση της παραγωγικότητας, που αποτελεί ευθύνη των εργοδοτών και των εκάστοτε κυβερνήσεων. 

Η ΣΕΚ θα προστατεύσει την ΑΤΑ και την ιστορία της και θα συνεχίσει να συμπεριφέρεται με υπευθυνότητα στις διεκδικήσεις και στις αποφάσεις της. 

* Υπεύθυνος του Τμήματος Οικονομικών Μελετών της ΣΕΚ