Ο τόπος μας, αν έχει κάτι θετικό ανάμεσα στα τόσα αρνητικά, είναι η περηφάνια των ανθρώπων του. Όσο και αν τα σκάνδαλα προσπάθησαν να την καταρρακώσουν. Όσο και αν οι αλλεπάλληλες κρίσεις την χτύπησαν.
Στις 9 Ιανουαρίου του 2015, ο πάλαι ποτέ κυπριακός κρατικός αερομεταφορέας κατέβασε εγκληματικά τον διακόπτη, χωρίς προειδοποίηση στους εργαζόμενους. Ένα προμελετημένο έγκλημα προς τους ανθρώπους που ήταν οι Κυπριακές Αερογραμμές. Επτά δεκαετίες ιστορίας πλάι – πλάι με την ιστορία της χώρας μας. Στην ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, στη συμμετοχή σε σημαντικά γεγονότα, στις άσχημες εμπειρίες και αναμνήσεις των ανθρώπων της που πέταξαν στην τελευταία πτήση προς το αεροδρόμιο Λευκωσίας. Στους ανθρώπους που την ξανάφτιαξαν από το μηδέν, όταν ο στόλος της εταιρείας παρέμεινε στο αεροδρόμιο της Λευκωσίας μετά την τουρκική εισβολή. Που δεν φοβήθηκαν απέναντι στη μεγαλύτερη κρίση που γέννησε αυτός ο τόπος και ξαναέκαναν restart. Κάποιοι έζησαν αεροπειρατείες, τρομοκρατικές ενέργειες, βρέθηκαν υπό την απειλή όπλων και τίποτα δεν τους σταμάτησε να κάνουν αυτό που αγαπούν. Να μεταφέρουν τους επιβάτες με ασφάλεια και να κάνουν τα ταξίδια μας ποιοτικότερα.
Συμβολικά αυτή τη μέρα, 8 χρόνια μετά, ο επί 25 χρόνια αεροσυνοδός της εταιρείας Αλέξης Σοφοκλέους, με συμπαραστάτες τους συναδέλφους του, την οικογένεια των Κυπριακών Αερογραμμών, έδωσε στο κοινό της Κύπρου μια γεύση για να καταλάβει γιατί δεν έπρεπε να συντελεστεί αυτό το έγκλημα. Ετοίμασε μια έκθεση υπό τον τίτλο «Εγώ είμαι οι Κυπριακές Αερογραμμές» με πλούσιο φωτογραφικό υλικό και προσωπικά αντικείμενα που κράτησαν οι άνθρωποι των Κυπριακών Αερογραμμών, μαζί με τις αναμνήσεις τους. Αίτημά τους η παραχώρηση μόνιμου εκθεσιακού χώρου που θα στεγάσει την ιστορία των Κυπριακών Αερογραμμών.
Ανάμεσα σ΄ αυτό το συναπάντημα των ανθρώπων των Κυπριακών Αερογραμμών στα εγκαίνια της έκθεσης βρέθηκα κι εγώ και παρακολούθησα το ντοκιμαντέρ με τις ιστορίες και τις αφηγήσεις τους. Στάθηκα σε μια γωνιά στο πίσω μέρος της έκθεσης και τους παρατηρούσα γι’ αρκετή ώρα. Η αίθουσα ασφυκτικά γεμάτη. Κάποιοι είχαν χρόνια να ειδωθούν. Άλλωστε, μετά το βίαιο κλείσιμο της εταιρείας, μάζεψαν τα κομμάτια τους και προσπάθησαν να τραβήξουν τον δρόμο της αβεβαιότητας για την επόμενη μέρα. Αρκετοί προσπαθούσαν ν’ αναγνωρίσουν ο ένας τον άλλο. Πέρασαν άλλωστε πολλά χρόνια που οι παλαιότεροι άφησαν πίσω τους τα επαγγελματικά τους πόστα. Συγκινημένοι αγκαλιάστηκαν, θυμήθηκαν ιστορίες, αναγνώρισαν πρόσωπα που άλλαξαν με την πάροδο του χρόνου, θυμήθηκαν και μνημόνευσαν με νοσταλγία αυτούς που έφυγαν. Ξαναέζησαν λίγες από τις ωραίες στιγμές… Παρά τις πληγές, ένιωσαν ξανά περηφάνια επειδή αποτέλεσαν μέρος αυτής της ιστορίας. Αυτοί ήταν οι συγγραφείς της…
Ρωτώ τους δύο κυρίους που στέκονταν δίπλα μου. «Εσείς είστε εργαζόμενοι της εταιρείας;». «Τριάντα χρόνια και βάλε. Στο τμήμα Μάρκετινγκ». Κουνάει το κεφάλι, «είμαι από τους τελευταίους που έφυγαν… Εμείς βάλαμε το κλειδί στην πόρτα…». Αργότερα, παρατηρώ ότι είχε κρεμασμένη με λουράκι την κάρτα που χρησιμοποιούσε στη δουλειά. Την κράτησε για να θυμάται… Την φόρεσε σαν έτοιμος για το καθήκον. Ο άλλος κύριος στο τμήμα τροφοδοσίας της εταιρείας. Δεν τους γνώριζα μα ήταν πολύτιμοι συνταξιδιώτες στην έκθεση. Σαν να τους ήξερα από πάντα… «Είστε όλοι εδώ;», ρώτησα αφελώς… «Όσοι δεν έφυγαν και όσων το επέτρεπε η κατάσταση της υγείας τους», μου απάντησαν οι δύο κύριοι.
Για χρόνια, όταν ταξίδευα με άλλες αεροπορικές εταιρείες διερωτόμουν γιατί οι επιβάτες κατά την προσγείωση στο αεροδρόμιο της Λάρνακας χειροκροτούσαν. Αρκετές φορές διερωτήθηκα τι είδους συνήθεια είναι αυτή, να χειροκροτεί κανείς έναν εργαζόμενο που κάνει τη δουλειά του. Προχθές κατάλαβα πως αυτή η όμορφη τελικά, συνήθεια φαίνεται να προέρχεται από τις Κυπριακές Αερογραμμές. Από ‘κείνη την εποχή που η ασφάλεια και η ευχαρίστηση του επιβάτη αποτελούσε προσωπικό στοίχημα για τους ιπτάμενους. Ήταν η επιβράβευση για το γεγονός οι επιβάτες μεταφέρθηκαν ασφαλείς και ευχαριστημένοι στους προορισμούς τους. Και γι’ αυτό τους άξιζαν όλα τα χειροκροτήματα του κόσμου…