Δεν είχαμε πολλά να πούμε. «Τι κάνετε;» «Καλά». «Πάντα καλά να είσαστε». «Τι θα φας;». «Τι κάνει ο Α… ο Β…», μέλη ενός κύκλου που όλο μίκραινε. Και στο ενδιάμεσο όλων αυτών των φράσεων μακρόσυρτες σιωπές. Έτσι ήταν η σχέση μας. Δομημένη σε μια σιωπή που χρειαζόταν να την αποκωδικοποιήσεις. Να βρεις πίσω από αυτήν τις αιτίες και τα νοήματα.

Μέχρι τέλους, σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου να της κρατάμε το χέρι εγώ κι ο αδελφός μου για να διανύσει το τελευταίο χιλιόμετρο της ζωής. Σκεφτόμουνα να της πω όσα δεν της είχα πει όλα αυτά τα χρόνια, αλλά ίσως να μην είχε πια κανένα νόημα. Θα την τάραζα. Η σιωπή ήταν επιλογή της και όφειλα να την σεβαστώ μέχρι τέλους. Επέλεξα να της κρατώ το χέρι και να της χαϊδεύω το πρόσωπο. Να παρακολουθώ την αναπνοή της που γινόταν όλο και πιο δύσκολη. Και εκείνη, κοίταζε με τα μάτια μισάνοιχτα για δύο ολόκληρα 24 ώρα. Κοίταζε εμάς ή κάτι άλλο; Τα άνοιξε μόνο για να δει τον εγγονό της. Σημάδι πως ήταν παρούσα μέχρι το τέλος, χωρίς καμία δύναμη όμως. 

Σήμερα, πρώτη εργάσιμη μέρα, πίσω στη ρουτίνα, χωρίς όμως το τηλεφώνημα των 11. 11 ακριβώς. Παρακολουθούσε τους δείκτες και περίμενε να γίνει 11. Παλαιότερα ήταν 6.10. Να τέλειωναν οι ειδήσεις, να δει το δελτίο καιρού, να ενημερώσει και μένα.

Ήδη έχω πετάξει όλα τα ιατρικά ντοκουμέντα μιας μακράς περιπέτειας. Όλες εκείνες τις σημειώσεις με ραντεβού, τηλέφωνα γιατρών, αναλύσεις, εξηγήσεις, συνταγές, συμβουλές, αποφάσεις που γέμιζαν τα ημερολόγια. Και τις μισούσα. Για αυτό ήταν και το πρώτο πράγμα που έκανα. 

Οι γιατροί είπαν πως την σκοτώσαμε. Με λίγες γουλιές φρέσκου χυμού τις οποίες αποζητούσε και απόλαυσε. Ένας άνθρωπος που δύσκολα ζητούσε οτιδήποτε και ακόμα πιο δύσκολα απολάμβανε. Εισρόφηση στους πνεύμονες γράψανε στο πιστοποιητικό. (Στους ήδη κατεστραμμένους πνεύμονες, στο ήδη κατεστραμμένο συκώτι…). 

Από την πρώτη στιγμή που μπήκε στο νοσοκομείο ήταν κρίσιμα, όπως είπανε εξαρχής. Πώς γίνεται να φταίνε τρεις γουλιές χυμού που ακολούθησαν την κρισιμότητα για την οποία εισήλθε στο νοσοκομείο; Ιατρικά εξηγείται. Χρειάζεται μια αιτία για το τέλος. Αυτό που μένει όμως είναι μια τελευταία χαρά για λίγες γουλιές χυμού. Καμία ενοχή. Ένας δύσκολος κύκλος 87 χρόνων ολοκληρώθηκε. Όσοι θρησκεύουν είπαν πως ήταν καλός και δίκαιος άνθρωπος για να φύγει Μεγάλη Βδομάδα. Ήταν μέλος μιας άλλης γενιάς. Που ζούσε για τους άλλους, δεν εξέφραζε παράπονο, δεν διεκδικούσε ποτέ τίποτα. Τόσο διακριτική που νόμιζες πως θα προτιμούσε να ήταν αόρατη. Και έγινε αόρατη στις 12 του Απρίλη το 2023.