Η Μάρω ήταν μια κοπέλα πρωτόγνωρης ομορφιάς για τους ορεσίβιους ανθρώπους του χωριού. Γαλάζια μάτια, καστανόξανθα μαλλιά, «άσπρη σιονάτη η προσφυγοπούλα» όπως την έλεγαν, η οποία ερχόταν από πέρα μακριά, από τη θάλασσα και την πεδιάδα της Μόρφου. Μετά τον γάμο της με τον Αντρέα μετακόμισε στη Δορά, το κρασοχώρι με τα βοσκοτόπια, κτισμένο σε απόκρημνα απάτητα βουνά, καλά προστατευμένο για αιώνες από τις εισβολές των Σαρακηνών. Οι πλείστες γυναίκες του, όπως άλλωστε και σ’ ολόκληρο το νησί, ήταν μελαχρινές με μαύρα μάτια και μαλλιά, τα πρόσωπα ηλιοκαμένα από τον ανελέητο ήλιο. Το νερό λιγοστό, τα καλοκαίρια είχαν τρεχούμενο για ελάχιστες ώρες, μέρα παρά μέρα, εκτός από την ημέρα του Δεκαπενταυγούστου που γιόρταζε η Παναγία η Φωτολάμπουσα. Τότε γινόταν μεγάλο πανηγύρι και οι προσκυνητές κατέφθαναν απ’ όλο το νησί, κουβαλώντας προσδοκίες, τάματα και ελπίδες για το θαύμα.
Ο Αντρέας έφυγε για πρώτη φορά από το χωριό όταν κλήθηκε να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία στην επαρχία Αμμοχώστου. Δίπλα βρισκόταν η ομώνυμη μεγαλούπολη με ξενοδοχεία και πολυκατοικίες, όπου οι νέοι της ηλικίας του και ξένοι τουρίστες από βόρειες χώρες τριγυρνούσαν τις νύχτες σε μπαρ, χόρευαν και διασκέδαζαν στις δισκοθήκες με κορίτσια με τα οποία δεν ήταν καν «αρμασμένοι». Ο ίδιος από τα οκτώ του που βγήκε από το σχολείο μέχρι και τα δεκαοχτώ του χρόνια, είχε ολημερίς μοναδική παρέα το κοπάδι του, στο οποίο πήγαινε προτού ακόμη χαράξει. Το έβγαζε για βοσκή ενώ μέχρι να φτάσει στην πηγή, την Πικραμένη, ο ήλιος ξεπρόβαλλε πίσω από το βουνό, κάνοντας τα γύρω χωράφια, τα αμπέλια, τις ελιές και τις χαρουπιές να ροδίζουν. Βελάσματα, κουδουνίσματα και η βουή του ανέμου, όλα γίνονταν ένα όσο διέσχιζαν γκρεμούς και λαγκάδια. Στη βουρκού του, κουβαλούσε το φαγητό που του είχε ετοιμάσει η Μελανή, η μάνα του. Μόνο τις Κυριακές δεν πήγαινε στο κοπάδι. Τότε έβαζε τα κυριακάτικά του, εκκλησιαζόταν και μετά καθόταν στο καφενείο με τους άντρες και τους νέους του χωριού. Μιλούσαν για τις δουλειές τους και τα νέα του κόσμου. Οι συνομήλικοί του, για το σχολείο, τις συμμαθήτριες και τα όνειρα τους για το μέλλον. Ο ίδιος είχε ήδη γίνει αυτό που θα ήταν για όλη του τη ζωή.
Εκείνο το καλοκαίρι του 1970, φόρεσε τη χακί παραλλαγή του, έβαλε το σακίδιο στον ώμο και βρέθηκε να διασχίζει μια πεδιάδα που άχνιζε σαν την έρημο, τη Μεσαρκά. Το στρατόπεδο ήταν κοντά στη θάλασσα, όπου και βούτηξε, για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή του. Μες στο πέλαγος ένιωθε να χάνεται, εφόσον δεν ένιωθε το βάρος, τα πόδια ή τα χέρια του και «αροθύμησε» αφού είχε μάθει μια ζωή να πατά γερά στη γη. Τις νύχτες του χειμώνα, τη φοβόταν περισσότερο τη θάλασσα, που βούιζε και λυσσομανούσε. Τελειώνοντας τη θητεία του, παντρεύτηκαν με τη Μάρω με λαούτα και βιολιά, απέκτησαν τρία παιδιά, τα οποία και έκαναν τις δικές τους οικογένειες. Αυτός και η γυναίκα του δεν έφυγαν ποτέ από το χωριό. Είχαν το κοπάδι, οπόταν έπρεπε καθημερινά να φροντίζουν τα ζωντανά, ενώ η Μάρω ξυπνούσε με το «χάραμα του φου» για να πάει στη μάντρα να φτιάξει χαλλούμια και αναράδες.
Η πεδιάδα δίπλα στη θάλασσα με τους πορτοκαλεώνες, τα περιβόλια με τα κηπευτικά, έγιναν μια μακρινή ανάμνηση. Νοσταλγούσε το Πραστειό, το χωριό της στην επαρχία Μόρφου και κάθε φορά που το θυμότανε, βούρκωναν και σκοτείνιαζαν τα γαλανά της μάτια. Την πήραν σε γιατρούς, αλλά το μαράζι και ο καημός της προσφυγιάς ήταν βαθειά ριζωμένα μέσα της, δεν θα έφευγαν ποτέ. Τα μάτια της πότε γαλάζια και πότε πράσινα, όπως τα χρώματα της θάλασσας, σκοτείνιασαν πια από την τόση αποθυμιά. Έγιναν όπως της χειμωνιάτικης φουρτουνιασμένης θάλασσας την οποία μάταια προσπαθούσε για χρόνια να αγναντέψει, αφού τα ψηλά βουνά της έκλειναν τους ορίζοντες.
Συχνά τον ύπνο της διέκοπτε ένα βουητό. Ίσως και να ήταν η βουή του ανέμου, που σφύριζε μες στη νύχτα ή των βομβαρδιστικών και των τανκς που έμπαιναν στη Μόρφου τον Αύγουστο του 1974; Όταν έβαζε μπουγάδες και άπλωνε τα σεντόνια, αυτά ανέμιζαν και φούντωναν σαν πανιά. Καράβι τρικάταρτο η ψυχή της που ταξίδευε με τον πόθο της επιστροφής στη θάλασσα της και στη γενέθλια γη. Έτσι πέταξε για το στερνό ταξίδι, μες στη Μεγάλη Εβδομάδα ανάμεσα στο απέραντο γαλάζιο και τις μυρωδιές από λεμονανθούς.
«Αναρωτιέμαι τι άλλους συνδυασμούς
θα εφεύρει η ζωή
ανάμεσα στο τραύμα της οριστικής εξαφάνισης|
και το θαύμα της καθημερινής αθανασίας…
…Χώμα, αέρα, ρίζες κρατάω∙
να φεύγουν τα περιττά λέω
να μπω στον ουρανό τού τίποτα
με ελάχιστα»
(Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ)