Μετά την Δέσποινα Γερουλάνου, που ήταν διευθύντρια του Μουσείου Μπενάκη και έκανε πολλά και σπουδαία πράγματα.

Μετά τον Μισέλ Δημόπουλο, διευθυντή του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, που ανέβασε τον θεσμό αυτόν σε άλλο επίπεδο, δίνοντας απίστευτη ώθηση στον νέο ελληνικό κινηματογράφο και τους δημιουργούς του, που πλέον διαπρέπουν και στο εξωτερικό.

Ο καλός μας Θεός μας πήρε την περασμένη Πέμπτη την πρώην Υπουργό Πολιτισμού της Ελλάδος Μυρσίνη Ζορμπά, την οποία και αποχαιρετούμε σήμερα. 

Απεβίωσε σε ηλικία 74 ετών, κτυπημένη από τον καρκίνο. Λίγο μετά το θάνατο της, αναρτήθηκε στον λογαριασμό της στο facebook το παρακάτω, τελευταίο της κείμενο. Σε αυτό, περιγράφει με άμεσο και γενναίο τρόπο πως βίωσε το ύστατο στάδιο της αρρώστιάς της, και αποτυπώνει τις σκέψεις της για το μετά:

“Η λέξη που ταιριάζει σε αυτόν τον σύντομο ορίζοντά μου είναι η ανυπαρξία. Δεν περιγράφεται, γιατί είναι ένας ου τόπος, ου χρόνος. Την περασμένη εβδομάδα στη συζήτηση με τον γιατρό κατάλαβα ότι διακόπτουμε τις χημειοθεραπείες, δεν είχαν αποτέλεσμα, και ότι δεν υπάρχουν εναλλακτικές. Επομένως η ανυπαρξία είναι αυτό που εκφράζει καλύτερα, που διατυπώνει με μεγαλύτερη ακρίβεια αυτό που έρχεται. 

Βέβαια όλο το διάστημα, εδώ και έναν χρόνο, μέσα από τη συμπίεση, που διαρκώς μεγαλώνει, τον χρόνο που η κλεψύδρα του αδειάζει, διογκώνεται ο φόβος, που στην αρχή είχε μερικές χαραμάδες, κάποιες ελπίδες, μερικά ίσως πιθανόν, και σιγά σιγά ο φόβος καταλαμβάνει όλον τον υπάρχοντα χρόνο και είναι τόσο απόλυτος που πια δεν φοβάσαι, γιατί δεν υπάρχει μέσα σε αυτό κάτι που να κινείται, να έχει μία ροή. 

Υπάρχει μόνο αυτό που ζεις, και που από τη μία μεριά είναι σκοτεινό και δυσοίωνο, μια δυστοπία, από την άλλη είναι η πραγματική ζωή, αυτό το κάθε μέρα, που το επιμελείσαι, το φροντίζεις. Το φαγητό, το διάβασμα, ο καιρός έξω από το παράθυρο, τα ωραία λουλούδια, οι φίλοι, οι επικοινωνίες οι συζητήσεις, τα ενδιαφέροντα πάνω απ’ όλα, η δύναμη των ιδεών που δεν σταματάει να υπάρχει και που καταφέρνει να εξακτινωθεί πέρα από χρόνο.

Επομένως υπάρχουν οι δύο πλευρές και η ζωή είναι αυτή που κερδίζει την καθημερινότητα, οπότε αυτός ο συμπαγής όγκος του φόβου μένει εκεί, παγωμένος και παγιωμένος και σου επιτρέπει να ζήσεις αυτό που ζεις. Πιο πέρα, σηκώνοντας το βλέμμα, η ανυπαρξία είναι το πιο ρεαλιστικό… Είναι λίγο αστείο βέβαια, καμία ανυπαρξία δεν είναι ρεαλιστική, παρά μόνο άμα τη βλέπεις απ’ έξω και εγώ τη βλέπω από πολύ κοντά πια”.

Η εκλιπούσα διετέλεσε Υπουργός Πολιτισμού στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ (Αύγουστος 2018-Ιούλιος 2019), ευρωβουλευτής (2000-2004) και πρώτη διευθύντρια του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (1995-1999). Σημειώστε ιδιαίτερα το «ευρωβουλευτής», καθώς αυτό «συνέβη» σε μία εποχή που είχαμε λίστα, και οι πολιτικοί αρχηγοί επέλεγαν, κατά κανόνα τους ικανότερους και καλύτερου, και όχι τους πιο .. αναγνωρίσιμους και «που σου νεύκω, πού πάεις;».

Να και ένα μικρό απόσπασμα από το Βιογραφικό της, για να καταλάβουμε τι ανθρώπους πρέπει να έχει ο Πολιτισμός μας…

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1949, σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες στο πανεπιστήμιο Αθηνών (1968-1972), ολοκλήρωσε το μεταπτυχιακό της στη Φιλοσοφία του Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Ρώμης La Sapienza (υπότροφος της Ιταλικής Κυβέρνησης). Η διδακτορική της διατριβή έχει τίτλο “Η κρατική πολιτική για το βιβλίο” (Πάντειον Πανεπιστήμιο, 1992). Δίδαξε θεωρία και πολιτική του πολιτισμού στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1992-1995 και 2005-2007) και στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο (2006-2012) και διετέλεσε διευθύντρια του Βιομηχανικού Μουσείου Σύρου (2008-2009).

Τέλος, ήταν και συνεκδότρια του εκδοτικού οίκου Οδυσσέας (1973), διηύθυνε τη μαρξιστική και πανεπιστημιακή σειρά βιβλίων και, στη συνέχεια, τη λογοτεχνική και τη σειρά βιβλίων για παιδιά.» 

(*) Λόγια με τα οποία έντυσε ο μέγας Νίκος Γκάτσος του τραγούδι ομότιτλο τραγούδι ο Σταύρος Ξαρχάκος και ερμήνευσε με τρόπο που κανείς έκτοτε, δεν τόλμησε καν να το πει, ο τόσο πρόωρα χαμένος Νίκος Ξυλούρης. Ανεξαρτήτως των θρησκευτικών πεποιθήσεων του καθένα, τον τίτλο αυτόν χρησιμοποιούμε πολύ συχνά όταν αναφερόμαστε σε έναν θάνατο που θεωρούμε άδικο, και κάπως, με ένα αγαπησιάρικο παράπονο ψέγουμε τον καλό μας Θεούλη όταν μας παίρνει τους καλύτερους και πιο αγαπημένους…