Στις μέρες μας το να θέλει ένα νέο παιδί να σπουδάσει είναι ίσως αυτονόητο και δεδομένο. Τα δικά μας παιδιά, από την πρώτη μέρα που πατάνε πόδι στο σχολείο μέχρι και την τελευταία μέρα που αποχαιρετούν τα σχολικά θρανία λίγο πριν την ενηλικίωση τους ή και λίγο μετά, λες και βρίσκονται σε μια πορεία που οπωσδήποτε θα οδηγήσει σε κάποιο Πανεπιστήμιο. Μαθαίνουν και στο σχολείο και στα απογευματινά φροντιστήρια με φόντο τις σπουδές. Πολλές φορές για κάποιους –γονείς κυρίως– μπορεί να μην έχει και τόση σημασία τι θα σπουδάσει το παιδί τους, φτάνει όμως να σπουδάσει. Να έχει, βρε αδερφέ, εκείνο το χαρτί! Δεδομένα, λοιπόν, και αυτονόητα.
Αυτό όμως δεν συμβαίνει σε άλλες χώρες, όπου χιλιάδες παιδιά και νέοι άνθρωποι, δυστυχώς, δεν θα πάρουν ποτέ την ικανοποίηση εκείνου του χαρτιού. Δεν έχουν την τύχη και την ευλογία να εκπαιδευτούν, να μορφωθούν, να γευτούν την υλοποίηση των στόχων και τους καρπούς που θα φέρουν οι κόποι τους. Βλέπετε, για χιλιάδες παιδιά –είτε βρίσκονται γεωγραφικά μακριά μας, είτε κοντά μας– το αυτονόητο είναι απλά η επιβίωση και όχι η εκπαίδευση. Αυτό κι αν είναι καταπάτηση δικαιωμάτων. Δεν είναι αυτονόητο κάποιες φορές γιατί τα οικονομικά της οικογένειας δεν το επιτρέπουν και άλλες φορές γιατί οι διάφορες θρησκείες, κουλτούρες και νοοτροπίες δεν τα αφήνουν να προχωρήσουν. Ειδικά τα κορίτσια.
Και όμως, υπάρχουν εκείνες οι φωτεινές εξαιρέσεις ανθρώπων που αποφάσισαν να ανοίξουν το μυαλό τους, να γνωρίσουν νέους κόσμους και ορίζοντες και αποφάσισαν να μην στερήσουν στα παιδιά τους να αγγίξουν τα όνειρά τους, ακόμη κι αν χρειαστεί να έρθουν αντιμέτωποι με την κακεντρέχεια και τα «μη» και «δεν πρέπει» συγγενών και συγχωριανών τους. Κι αυτό, διότι τα παιδιά τους είναι πάνω απ’ όλα κι επειδή αυτοί έχουν βιώσει την σκληρή όψη της ζωής, επιθυμούν τα παιδιά τους να έχουν ένα καλύτερο μέλλον.
Μια από αυτές τις περιπτώσεις είχα την ευκαιρία να συναντήσω πρόσφατα. Ένας κύριος από μια άλλη χώρα που βρίσκεται τον τελευταίο καιρό στην Κύπρο για να εργαστεί. Από μια χώρα που τα πράγματα δεν τα λες και ομαλά, που η φτώχεια δείχνει τα δόντια της σε χιλιάδες ανθρώπους, που οι προοπτικές για σπουδές είναι μηδαμινές.
Συνομιλώντας μαζί του, μου είπε ότι έχει τρία παιδιά, τα οποία έχει καιρό να δει. Η μεγάλη του κόρη, 17 χρόνων. Τον ρωτάω, τι θέλει να κάνει, τι της αρέσει, εάν σκοπεύει να παντρευτεί σε τόσο νεαρή ηλικία όπως τόσες άλλες κοπέλες στη χώρα τους… Μου απαντά: «Κάθε φορά που μιλάμε μου λέει: Μπαμπά, θέλω να σπουδάσω. Θέλω να σπουδάσω γιατρός»! Μου το λέει με τόση περηφάνια ο πατέρας της. Και ακόμα πιο περήφανα μου λέει: «Θα την σπουδάσω γιατρό. Θέλω να σπουδάσει, να ταξιδέψει, να μορφωθεί. Και πρέπει να τα καταφέρω να την σπουδάσω».
Δεν χρειάστηκε να ρωτήσω κάτι άλλο. Μου αρκούσε το φως στα μάτια του και το χαμόγελο του… Από το μυαλό εκείνη τη στιγμή πέρασε η σκέψη ότι ο κάθε άνθρωπος δικαιούται να κυνηγάει τα όνειρά του. Ότι κάθε νέο παιδί δεν γίνεται να κλείνεται σε στεγανά και καλούπια που δεν θέλει και δεν του ταιριάζουν.