Δεν δικαιολογείται τώρα μια μετωπική σύγκρουση

Έως πρόσφατα, κάποιοι από αυτούς που διαφωνούν με την ανανέωση της συμφωνίας για την παραχώρηση της ΑΤΑ και πολύ περισσότερο με την αύξηση του ποσοστού του τιμαρίθμου που θα αποδίδεται στους εργαζόμενους που επωφελούνται του μέτρου, χρησιμοποιούσαν σαν άλλοθι και το δημοσιονομικό κόστος. Και επικαλούνταν το ετήσιο κόστος του κράτους για την παραχώρηση ΑΤΑ στους εργοδοτουμένους του και υπολόγιζαν το πρόσθετο κόστος που θα προκύψει από κάθε 1% αύξηση στο 50% που δίνεται τώρα. Σε αυτούς που ανησυχούν για το οικονομικό βάρος που φορτώνεται μέσω της τιμαριθμικής αναπροσαρμογής το κράτος είναι και στελέχη των εργοδοτικών οργανώσεων. Από κοντά βέβαια και η Κυβέρνηση, η οποία ξεκαθάρισε έγκαιρα πως τα δημόσια οικονομικά, σήμερα, δεν σηκώνουν απόδοση της ΑΤΑ στο 100%. Και πρότεινε 66,7%. Διότι αυτό το ποσοστό επιτρέπει, λέει η Κυβέρνηση, η δημοσιονομική κατάσταση, σήμερα.

Χθες, όμως, μάθαμε πως το ΚΕΒΕ ζητά από το κράτος αντισταθμιστικά μέτρα για την αύξηση της ΑΤΑ από το 50% στο 66,7%. Και υποθέτουμε πως μια χαρά θα συμφωνούσαν για αντισταθμιστικά και οι εργοδότες άλλων οργανώσεων ή συνδέσμων. Με άλλα λόγια, εκεί που κλαψούριζαν διάφοροι για το δημοσιονομικό κόστος, ξαφνικά εγείρεται θέμα ακόμα μεγαλύτερης αύξησης αυτού του κόστους, μέσω της χρηματοδότησης από το κράτος των όποιων αντισταθμιστικών μέτρων προς τους εργοδότες.

Και θα έχουμε πρόβλημα και με την Κυβέρνηση, αν αύριο θελήσει να συζητήσει θέμα αντισταθμιστικών προς τις επιχειρήσεις, διότι κάλλιστα θα μπορούν να της πουν οι συντεχνίες «έδωσες 66,7% γιατί ως εκεί λες ότι πάνε οι δυνατότητες του κράτους και τώρα θα δώσεις από πάνω αποζημίωση στους εργοδότες;».

Έως χθες το απόγευμα, οι πιθανότητες να υπάρξει σήμερα συμφωνία ήταν ανύπαρκτες. Παρόλο που ο υπουργός Εργασίας κατέθεσε μια πρόταση αρκετά συμπαθητική. Μια πρόταση που δεν πρέπει να απορριφθεί από καμία πλευρά. Διότι, οι μεν συντεχνίες έχουν ήδη αποδεχθεί την σταδιακή αποκατάσταση της ΑΤΑ στο 100% και η μετάβαση από το 50% στο 66,7% είναι ένα καλό βήμα προς την αποκατάσταση. Από την πρόταση του υπουργού λείπει όντως μια δέσμευση για ένα επόμενο βήμα ή βήματα προς την πλήρη αποκατάσταση. Στη θέση αυτής της δέσμευσης υπάρχει η εισήγηση για έναν διάλογο μέχρι το 2025, για μια μόνιμη συμφωνία. Μέχρι τότε, ο πληθωρισμός πιθανό να είναι χαμηλότερος, άρα μικρότερο και το όποιο κόστος των εργοδοτών. Συνεπώς, με δεδομένη τη θέση της Κυβέρνησης πως η ΑΤΑ δεν καταργείται, οι συντεχνίες μοιάζει βέβαιο πως θα αποσπάσουν νέα αύξηση του ποσοστού της ΑΤΑ, στο πλαίσιο μιας νέας μόνιμης συμφωνίας σε τρία χρόνια. Αν δεν αποσπάσουν ή αν οι εργοδότες που δίνουν ΑΤΑ θελήσουν να τουμπάρουν τον θεσμό, ανοίγει ο δρόμος για μια μετωπική αναμέτρηση. Η οποία δεν δικαιολογείται σήμερα.

Οι δε εργοδοτικοί σύνδεσμοι, όσο κι αν λένε πως δεν εγκαταλείπουν τη θέση ότι η ΑΤΑ πρέπει να καταργηθεί, γνωρίζουν πως τουλάχιστο σε αυτή τη φάση δεν υπάρχουν περιθώρια να γίνει, πάλι, το δικό τους. Ούτε και την αύξηση μπορούν να αποφύγουν, ιδιαίτερα μετά που την πρότεινε η Κυβέρνηση, δύο μήνες μετά την εκλογή της. Τα δε αντισταθμιστικά που ζητούν τώρα, θα συνιστούσαν πρόκληση. Να μην ξεχνούν ότι είχαμε ανάπτυξη 6% το ’22 και μια χαρά συμμετείχαν εμμέσως στην προεκλογική εκστρατεία των προηγούμενων κυβερνώντων, συνεπώς δεν τους παίρνει να μας εμφανίζουν σήμερα την κατάσταση τραγική για τις επιχειρήσεις.

Τι μένει; Ο προσανατολισμός του διαλόγου που εξήγγειλε ο υπουργός. Ο οποίος φρόντισε να μην δεσμευτεί και να μην δεσμεύσει για πλήρη αποκατάσταση της ΑΤΑ, ούτε για επέκταση της αναπροσαρμογής σε όλο τον ιδιωτικό τομέα. Άστε που… χάρισε στους επηρεαζόμενους επιχειρηματίες και το κόστος της αύξησης της ΑΤΑ για το πρώτο εξάμηνο του ’23, παρ’ ότι η καθυστέρηση για μια νέα συμφωνία οφειλόταν κατά κύριο λόγο στους εργοδότες. Και στην προηγούμενη Κυβέρνηση. Τι άλλο θέλουν, λοιπόν, για να πάμε παρακάτω χωρίς άλλα ζόρια;