Όταν ο Νίκος Χριστοδουλίδης έλεγε προεκλογικά ότι ένας από τους στόχους του είναι η εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις διαδικασίες επίλυσης του Κυπριακού, οι αντιδράσεις «αντιπάλων» του και η αποδόμηση αυτής της προοπτικής, ήταν σε ένα βαθμό δικαιολογημένες.
Είχαμε προεκλογικό αγώνα και κάθε πρόταση ενός υποψήφιου ήταν αναμενόμενο να απαξιωθεί από τους υπόλοιπους. Τώρα, όμως, είναι δύσκολο να κατανοηθεί η συνέχιση της επιχειρηματολογίας εναντίον αυτής της προσπάθειας από το ΔΗΣΥ και από το ΑΚΕΛ. Όχι ότι υπάρχουν πολλές πιθανότητες να πετύχει ο Πρόεδρος την εμπλοκή έτσι όπως την οραματίζεται, αλλά ιδίως επειδή δεν υπάρχει άλλη πρόταση που θα μπορούσε να βοηθήσει για να σπάσει το αδιέξοδο.
Θα περίμενε, δηλαδή, κανείς ότι θα ήταν καλοδεχούμενη η όποια προσπάθεια να προσεγγιστεί το Κυπριακό «έξω από το κουτί» (αυτό μας έλεγαν συχνά πολλοί από όσους σήμερα απαξιώνουν), ώστε να υπάρξει κινητικότητα, αφού τίποτε άλλο δεν υπάρχει στον ορίζοντα που να δείχνει ότι θα υπάρξει σύντομα. Ακόμα και αν θεωρηθεί βέβαιο ότι δεν πρόκειται να διοριστεί ειδικός απεσταλμένος από την ΕΕ, όπως επιδιώκει ο Πρόεδρος, δεν υπάρχει τίποτε αρνητικό στην επιδίωξη.
Ειδικά, όμως, μόνο θετικά μπορεί να φέρει η περαιτέρω αναζήτηση ενεργότερου ρόλου της Γαλλίας η οποία έχει ηγετικό ρόλο στην ΕΕ, αλλά είναι και ένα από τα πέντε μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας. Μάλιστα, είναι και δεδηλωμένο το ενδιαφέρον της για σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις της περιοχής μας και επομένως οι φιλικές σχέσεις με την Κύπρο (και όχι με την Τουρκία) εξυπηρετούν και τους δικούς της πολιτικούς στόχους.
Επομένως, γιατί παρακολουθούμε στο εσωτερικό μέτωπο την απαξίωση αυτής της προσπάθειας; Μόνο για αντιπολιτευτικούς σκοπούς; Τι έχουν να προτείνουν οι υπόλοιποι εκτός από την επανάληψη ευχολογίων περί της ανάγκης για επιστροφή στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων; Όταν, μάλιστα, προεκλογικά δεν ακούσαμε κάποια πρόταση για ταχύτερη (διότι, το λένε κι αυτό, ότι είναι χρονοβόρα η προσπάθεια του Χριστοδουλίδη κι εμείς βιαζόμαστε) διάσπαση του αδιεξόδου.
Η πρόταση του υποψήφιου του ΔΗΣΥ, Αβέρωφ Νεοφύτου, ήταν: θα αναληφθούν πρωτοβουλίες «για να ξεκλειδώσουμε το Κυπριακό». Και μια από τις πρωτοβουλίες ήταν η υποβολή αίτησης για ένταξη στο ΝΑΤΟ. Ακόμα κι αν αυτό θα ήταν πιο εφικτό από την εμπλοκή της ΕΕ στις διαδικασίες, σίγουρα δεν είναι δυνατό να σκέφτεται κανείς ότι θα είχε πιο γρήγορα αποτελέσματα και θα ξεκλείδωνε τάχιστα το Κυπριακό.
Ούτε η άλλη σκέψη του κ. Νεοφύτου και του ΔΗΣΥ, μπορεί να θεωρηθεί ταχύτερη: «Να αξιοποιήσουμε την ασφάλεια και την ενέργεια ως καταλύτες για τη λύση», έλεγε. «Και με τη λύση του Κυπριακού και μόνο με τη λύση, να μπουν όλες οι χώρες της γειτονιάς μας στην ενεργειακή εξίσωση με αυστηρά εμπορικούς όρους και με άξονα τη διανομή του φυσικού αερίου. Της Τουρκίας συμπεριλαμβανομένης».
Για την ασφάλεια θα ήταν καταλύτης η ένταξη στο ΝΑΤΟ, αλλά η ενέργεια δεν γνωρίζουμε με ποιο τρόπο θα γινόταν καταλύτης. Ο μόνος τρόπος είναι να αποδεχτούμε τους τουρκικούς όρους της συνδιαχείρισης του φυσικού πλούτου, τη μεταφορά του αερίου στους τουρκικούς αγωγούς, τη διαπραγμάτευση με τις εταιρείες από επιτροπή Ε/κ και Τ/κ και όχι από την Κυπριακή Δημοκρατία, το διαμοιρασμό των εσόδων κ.λπ.
Η υπόσχεση ότι με τη λύση θα μπει και η Τουρκία στην ενεργειακή εξίσωση, δεν νομίζω να είναι ιδέα που θα σπάσει το αδιέξοδο. Το γνωρίζει η Τουρκία, δεν χρειάζεται να της το πούμε εμείς, ότι με τη λύση θα αλλάξει η εξίσωση και θα είναι κι αυτή μέσα. Το γνωρίζει αλλά δεν της αρκεί. Επομένως, μπορεί να θεωρηθεί κι αυτό μια χρονοβόρα διαδικασία ώστε να βρεθεί τρόπος να πεισθεί η τουρκική ηγεσία ότι την συμφέρει η λύση. Διότι είναι χρόνια που το λένε αυτό οι φωστήρες μας, αλλά τον τρόπο ακόμα να τον βρουν.
* Απολογούμαι αλλά μου τελείωσε ο χώρος, η στήλη θα συνεχιστεί (και υπόσχομαι να ολοκληρωθεί) αύριο.