Πρόσφατα βρέθηκα στη Βιέννη σε ταξίδι εργασίας. «Θα βρέχει δεν θα βρέχει, τι ρούχα να πάρουμε, πού θα φάμε, αν θα μείνει χρόνος για τουρισμό…», αυτά ήταν τα θέματα συζήτησης ανάμεσα στη συναδελφική παρέα που όδευσε προς το μεγάλο ετήσιο ευρωπαϊκό σεμινάριο για διαδικτυακά θέματα με ομιλητές την αφρόκρεμα της Ευρώπης (βλέπε Sunday Times) και της Αμερικής ως γκεστ λέκτορες (βλέπε New York Times). Αλλά το συνέδριο είναι μια άλλη εξίσου ενδιαφέρουσα ιστορία.
Είχα πολλά χρόνια να επισκεφτώ τη Βιέννη και αναρωτιόμουν, αφελώς, πόσο θα έχει αλλάξει, για να διαπιστώσω, ασφαλώς, ότι σχεδόν τίποτα δεν έχει αλλάξει. Και γιατί να αλλάξει, άλλωστε. Η Βιέννη, η πόλη του Στράους και τους βαλς, του Δούναβη και του Φρόιντ, θεωρείται πρότυπο για τόσους πολλούς λόγους, μη εξαιρετέας της άρτιας αρχιτεκτονικής και της διακοσμητικής τεχνοτροπίας της. Μπαρόκ, νέο-Γοτθικά, Αρτ Νουβό (με ηγέτη των κορυφαίο αρχιτέκτονα Ότο Βάγκνερ) και Μοντέρνα, τα κτήρια της Βιέννης περιβάλλουν τον επισκέπτη με ένα ζωντανό έκθεμα, από τα λίγα στον κόσμο. Κτήρια καθαρά, συντηρημένα, περιποιημένα με συνοχή σε σχέση με τους περιβάλλοντες χώρους, αναπόσπαστα κομμάτια ενός master plan που αγκαλιάζει το σύνολο της πόλης. Και στο κέντρο, το Ρίνγκστρασε, η Λεωφόρος Ρινγκ, μια κυκλική οδός που περιβάλλει την παλιά πόλη και χαρακτηρίζεται ως «η ομορφότερη λεωφόρος στον κόσμο».
Σε αντιπαραβολή, το Ρίνγκστρασε θυμίζει και λίγο Λευκωσία. Υπό την έννοια ότι μερικούς αιώνες πριν στη θέση του υπήρχαν πανομοιότυπα τείχη με αυτά της πρωτεύουσάς μας, τα οποία μετέπειτα κατεδαφίστηκαν δίνοντας τη θέση τους στο Ρινγκ. Κάπου εδώ τελειώνουν τα κοινά. Γιατί ενώ εκεί παραμένουν σε άρτια κατάσταση τα παλιά κτήρια, η δική μας παλιά πόλη – πάρα τα άλματα που έχουν γίνει, συνεχίζει μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Άλλες γειτονιές αναστηλωμένες, άλλα αφημένες στο χρόνο, αλλού φτιαγμένες προσόψεις και αλλού όχι. Ιδιοκτήτες που αδιαφορούν για τα ακίνητά τους και σπασμωδικές κινήσεις για επιδιορθώσεις από τις Αρχές. Κτήρια άσχετης και ασύνδετης αρχιτεκτονικής ξεπετάγονται ανάμεσα σε πανέμορφα αρχοντικά με επένδυση πουρόπετρας. Αλλού πεζόδρομοι και αλλού άσφαλτος, αλλού πέτρινα σοκάκια κι αλλού τσιμεντοπεζοδρόμια. Και πάει κλαίγοντας.
Τον αχταρμά έρχεται να συμπληρώσουν τα γνωστά άγνωστα κωλόπαιδα – που παρεμπιπτόντως δεν ζουν στα παλιά πόλη – τα οποία «καλλωπίζουν» τα πανέμορφα κτήρια με κακάσχημα γκράφιτι (δεν αναφέρομαι στα κομψά murals έξοχων καλλιτεχνών του δρόμου) και υβριστικά συνήθως οπαδικά (ο Θεός να τους κάνει οπαδούς) συνθήματα, πάνω στους τοίχους του ιστορικού κέντρου. Κοστίζει στον Δήμο έως και 500 ευρώπουλα την ημέρα και δύο συνεργεία με ειδικούς τεχνήτες πουρόπετρας για να καθαρίζονται οι βρωμιές μας. Έτσι, με την πάροδο του χρόνου, φεύγουν οι ευκαιρίες για σωστή αναστήλωση αυτού που θα μπορούσε να ήταν το μεγαλύτερο ατού της Κύπρου, η παλιά Λευκωσία.
Τι διάολο συμβαίνει στη Βιέννη; Οι πολίτες αγαπούν την πόλη τους περισσότερο απ’ ό,τι εμείς τη δική μας, ή απαγορεύεται η πώληση των σπρέι; Πού να ξέρω εγώ. Ένας ακόμα απλός κάτοικος στην εντός των τειχών πόλη είμαι και περιμένω καρτερικά να βρεθούν δύο πλάσματα με κότσια να βάλουν τάξη στο χάος. Όπως κάνουν εδώ και αιώνες οι… ξενέρωτοι οι ξένοι.