Το απόγευμα της Τετάρτης οι ηγεσίες των τριών συγκυβερνώντων κομμάτων συναντήθηκαν με τον υπουργό Οικονομικών, Μάκη Κεραυνό, προκειμένου να συμφωνήσουν σε μια φόρμουλα για τον μειωμένο φόρο προστιθέμενης αξίας κατά την αγορά ή την ανέγερση κατοικίας. Αν δεν με απατά η μνήμη μου αυτή ήταν η πρώτη επίσημη συνάντηση/σύσκεψη που είχαν υπουργοί της κυβέρνησης με τις ηγεσίες των συγκυβερνώντων κομμάτων από την 1η Μαρτίου όταν ο Νίκος Χριστοδουλίδης ανέλαβε επισήμως την Προεδρία της Δημοκρατίας.
Η σύσκεψη κρίθηκε αναγκαία καθώς θα έπρεπε να ληφθεί επιτέλους απόφαση για ένα τόσο σοβαρό θέμα. Βεβαίως το θέμα θα έπρεπε να κλείσει πολύ νωρίτερα αλλά βλέπετε τέτοιες αποφάσεις είναι αδύνατες προεκλογικά, αλλά καθίστανται πιο εύκολες μετεκλογικά. Κρίθηκε επίσης αναγκαία για να βρεθεί μια κοινή συνισταμένη την συγκυβερνώντων γιατί ήταν ορατός ο «κίνδυνος» να υιοθετηθεί η τροπολογία του Δημοκρατικού Συναγερμού. Η λέξη κίνδυνος τοποθετήθηκε στα εισαγωγικά όχι ένεκα του περιεχομένου της τροπολογίας (γι’ αυτά υπάρχουν οι ειδικοί επί θεμάτων οικονομίας να σας τα αναλύσουν), αλλά γιατί θα μπορούσε να βρεθούν τα κόμματα της κυβέρνησης να στηρίζουν μια ακόμα τροπολογία του ΔΗΣΥ.
Εξέλιξη μη επιθυμητή για μια κυβέρνηση η οποία προσπαθεί ακόμα να σταθεί στα πόδια της και που σίγουρα μέσα σ’ όλα τα άλλα που την ταλανίζουν το τελευταίο διάστημα θα ήταν ό,τι χειρότερο. Διότι είναι αυτά τα ζητήματα που καθορίζουν την τύχη των εκάστοτε κυβερνώντων και όχι τα διάφορα μικρά, τα οποία μέσω της δημόσιας συζήτησης διογκώνονται μια δεδομένη στιγμή και ύστερα σβήνουν. Κατά τον ίδιο τρόπο κρίνονται και τα κόμματα, για το πόση βαρύτητα δείχνουν στα μεγάλα ζητήματα και πόσο διογκώνουν ένα θέμα επειδή μια δεδομένη στιγμή παίζει καλά στα λεγόμενα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Τα ζητήματα που έρχονται και τα οποία θα πρέπει να αντιμετωπιστούν με τη μέγιστη σοβαρότητα από πλευράς όχι μόνο της κυβέρνησης και των κομμάτων είναι πολύ σοβαρά και θα χρειαστεί να ληφθούν, ενδεχομένως και σκληρές αποφάσεις. Ας μην μας διαφεύγει ότι το σύνολο σχεδόν των ευρωπαϊκών οικονομιών λειτουργούν σήμερα «υπό συνθήκες πολέμου» και σε βάρος της κοινωνικής ανάπτυξης. Και οι παρενέργειες αυτών των εξελίξεων να επηρεάζουν το σύνολο των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Είναι λοιπόν επιβεβλημένο τόσο για την κυβέρνηση όσο και για τα κόμματα (στο σύνολό τους) να υπάρχει ένας δίαυλος επικοινωνίας προκειμένου να μπαίνουν κάτω τα προβλήματα, να συζητούνται και να αναζητούνται κάποιες μίνιμουμ δυνατές λύσεις, προκειμένου να αντιμετωπίζονται εγκαίρως τα όποια πιθανά προβλήματα. Και ο διάλογος ανάμεσα στα ίδια τα μέλη της κυβέρνησης, από τον Πρόεδρο μέχρι και τον τελευταίο υφυπουργό, είναι εκ των ων ουκ άνευ. Όπως επίσης απαιτείται να υπάρχει διάλογος ανάμεσα στην κυβερνητική πλευρά και τις πολιτικές δυνάμεις.
Για να επιτευχθεί κάτι ανάλογο θα πρέπει ανάμεσα στα εμπλεκόμενη μέρη να υπάρχει τουλάχιστον μια σχέση ειλικρίνειας και να μην βλέπουν πίσω από κάθε δήλωση, ενέργεια ή απόφαση, ύποπτες κινήσεις και αλλότρια κίνητρα. Μόνο κίνητρων όλων θα πρέπει να είναι η αντιμετώπιση προβλημάτων που αντιμετωπίζουν συγκεκριμένες ομάδες ή το σύνολο των πολιτών. Προς τα εκεί θα πρέπει να πέφτει το βάρος των προσπαθειών και να αναλώνεται η ενέργεια όλων όσων βρίσκονται είτε στην εκτελεστική είτε στη νομοθετική εξουσία.
Έρχονται δύσκολα τα οποία δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσα από θεωρίες συνωμοσίας, τις οποίες ακούμε όλο και πιο συχνά τις τελευταίες ημέρες. Έρχονται δύσκολα τα οποία θα πρέπει να μπουν κάτω και να συζητηθούν χωρίς κακεντρέχειες. Και το πρώτο βήμα θα πρέπει να γίνει από τον ίδιο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, μακριά από υποψίες και σενάρια υπόσκαψής του. Στην πολιτική το να έχεις διαφορετική άποψη και προσέγγιση είναι θεμιτό, το να την εκφράζεις – είτε δημόσια είτε κατ’ ιδίαν – ονομάζεται πολυφωνία.