Πόσο παρελθόν μπορεί να σηκώσει στους ώμους του ένας άνθρωπος, αναρωτιέται ο Βούλγαρος συγγραφέας, Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ, διά μέσου του ήρωά του στο βιβλίο «Χρονοκαταφύγιο», για το οποίο τιμήθηκε προχθές με το βραβείο Booker. 

Το ερώτημα δεν είναι τυχαίο. Προέκυψε με την άνοδο του Τραμπ στην εξουσία και την τάση που γίνεται όλο και πιο έντονη για επιστροφή σε ιδεολογίες του παρελθόντος, κυριαρχία του λαϊκισμού, επικράτηση ψευδών ειδήσεων, Brexit, πόλεμος στην ευρωπαϊκή επικράτεια και λοιπά. Με όλα αυτά να συμβαίνουν, έφτιαξε μια ιστορία όπου ο αφηγητής συναντά τον Γκαουστίν, ο οποίος έχει αποσυνδέσει τη ζωή του από τη σύγχρονη πραγματικότητα και έχει δημιουργήσει την «κλινική για το παρελθόν». Πρόκειται για ένα ίδρυμα που προσφέρει μια πρωτότυπη θεραπεία για τους πάσχοντες από Αλτσχάιμερ: Κάθε όροφος αναπαράγει μια δεκαετία του περασμένου αιώνα. Οι ασθενείς χάνουν την αίσθηση του παρόντος και του μέλλοντος και μεταφέρονται πίσω στον χρόνο, αναβιώνοντας αναμνήσεις τους.

Σε ένα πρώτο επίπεδο, το πείραμα μπορεί να μοιάζει ενδιαφέρον έως και σαγηνευτικό. Στην πραγματικότητα όμως, είναι επικίνδυνο. Ο Γκαουστίν πιστεύει ότι το παρελθόν δεν είναι μια ξένη χώρα αλλά η πατρίδα του, ενώ το μέλλον είναι μια ξένη χώρα, γεμάτη άγνωστους και δεν θα ήθελε να πατήσει το πόδι του εκεί.

Κι όπως επισημαίνει ο συγγραφέας, είναι ανθρώπινο να νοιώθουμε νοσταλγία για το παρελθόν. Αυτό, όμως, πρέπει να είναι ιδιωτικό βίωμα. Από τη στιγμή που κάποιος αποφασίζει να το κάνει συλλογικό, τότε γίνεται τρομακτικό. «Το παρελθόν είναι ένα σαγηνευτικό τέρας, που σε παρασέρνει στο μαγεμένο δάσος και προχωράς όλο και πιο βαθιά και από ένα σημείο και μετά σταματάς να αναρωτιέσαι για τις διεξόδους που έχεις», λέει ο συγγραφέας. «Σε εποχές όπως η σημερινή, κατά τις οποίες το μέλλον εμφανίζει έλλειμμα, γίνεται όλο και πιο εύκολο να στρέφεσαι προς τα πίσω. Γνωρίζουμε όλοι τι έπαθε η γυναίκα του Λοτ όταν έστρεψε το βλέμμα πίσω. Έγινε στήλη άλατος. Κοντολογίς, το παρελθόν είναι σαν δηλητήριο: Σε μικρές δόσεις μπορεί να είναι ιαματικό. Σε μεγάλες δόσεις και σε συλλογικό επίπεδο, για ένα έθνος για παράδειγμα, μπορεί να αποβεί φοβερά επικίνδυνο. Για αυτό, πρέπει να είμαστε σε επιφυλακή, όποτε κάποιος επιχειρεί να μας πουλήσει ένα συλλογικό παρελθόν ή ένα συλλογικό μέλλον. Γεννήθηκα το 1968. Τα πρώτα 20 χρόνια της ζωής μου ξοδεύτηκαν μέσα σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς όπου μας πουλούσαν το επικείμενο “λαμπρό μέλλον”. Σήμερα οι λαϊκιστικές δυνάμεις πουλούν ένα “λαμπρό παρελθόν”. Αυτά τα προϊόντα δεν είναι μόνο ψευδή, αλλά και τοξικά για τις κοινωνίες. Τι είναι ένα αψεγάδιαστο και εξιδανικευμένο συλλογικό παρελθόν; Ένα ιδεολόγημα, ασφαλώς».