Η προηγούμενη βδομάδα, ήταν ιδιαίτερα χαρακτηριστική και ενδεικτική της σύγχρονης κυπριακής πολιτικής πραγματικότητας, όπως βρήκε την ευκαιρία να αναδυθεί και να εδραιωθεί, μέσα από την ανάγκη πολλών χρόνων της κυπριακής κοινωνίας, να πιαστεί από κάτι νέο και θεωρητικά άφθαρτο. Ο τρόπος, με τον οποίο τόσο ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης, όσο και η Πρόεδρος της Βουλής Αννίτα Δημητρίου αντέδρασαν στα ζητήματα που προέκυψαν, ο μεν πρώτος, με τη σύμβουλο στο Υφυπουργείου Τουρισμού, η δε δεύτερη, με την αποκάλυψη για απασχόληση φοιτητή στο γραφείο της, έδειξαν πώς τίποτε δεν έχει αλλάξει.
Στην πραγματικότητα και οι δύο αποκάλυψαν πως λειτουργούν με τις ίδιες νοοτροπίες και κουβαλούν την ίδια παλαιοκομματική κουλτούρα, από την οποία ο κόσμος ζητούσε αλλαγή. Άλλωστε και οι δύο, είτε σε μικρό, είτε μεγάλο βαθμό, μέσα από αυτό το σύστημα προέκυψαν εκμεταλλευόμενοι και οι δύο από τη μια τις συγκυρίες και από την άλλη τα σημαντικά πλεονεκτήματα που τους προσέφερε η δυναμική της εικόνα τους. Την οποία μάλιστα και οι δύο, ξέρουν και μπορούν να πωλούν με μοναδικό τρόπο προς στην κοινωνία. Η οποία, κουβαλώντας τη διαχρονική απογοήτευση από την πολιτική ζωή, τη διαφθορά και τα σκάνδαλα και αναπτύσσοντας όλο και πιο έντονα μία πιο «απολιτίκ» συμπεριφορά, αναζητά το «φρέσκο» το «νέο», στο οποίο επενδύει για ένα καλύτερο πολιτικό μέλλον. Για αυτό άλλωστε, και οι προσδοκίες της, είναι πολύ μεγάλες. Έτσι, ανάλογα και η απογοήτευση έρχεται πολύ πιο γρήγορα να συνθλίψει την αστερόσκονη, γύρω από πρόσωπα και καταστάσεις.
Πρόκειται, βέβαια για ένα φαινόμενο της κυπριακής Δεξιάς, η οποία αντιμετωπίζει ίσως τη μεγαλύτερη μεταπολεμική τη κρίση. Ο ΔΗΣΥ, ως πολιτική δύναμη για μια δεκαετία μονοπωλούσε την κυπριακή πολιτική σκηνή και στην Προεδρία της Δημοκρατίας καθώς και στη Βουλή και ήταν ουσιαστικά ο κυρίαρχος του παιχνιδιού καταφέρνοντας να παραμένει πρώτο κόμμα. Σε αυτό βέβαια συνέτεινε και η αδυναμία του ΑΚΕΛ να ξορκίσει τα φαντάσματα της πενταετίας 2008-2013 και να μπορέσει να αποτελέσει ξανά εναλλακτική πρόταση. Τα δε κόμματα του Κέντρου, πελαγοδρομούσαν ανάμεσα στα δικά τους εσωτερικά θέματα και αναζητούσαν διέξοδο ανάμεσα στα μονοπάτια που θα οδηγούσαν και πάλι, στην εξουσία.
Σε αυτό το πολιτικό σκηνικό, η κοινωνία αναζητούσε μια μικρή «επανάσταση» προς κάτι άλλο και αυτή η ανάγκη άνοιξε δρόμους με ενθουσιασμό, σε οτιδήποτε οπτικά, δεν έμοιαζε με ο,τι την γέμιζε με αποστροφή.
Ο Νίκος Χριστοδουλίδης και η Αννίτα Δημητρίου, σήμερα είναι ο ένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας και η άλλη Πρόεδρος της Βουλής και πρόεδρος του μεγαλύτερου κόμματος της Κύπρου. Είναι η ώρα να παράξουν πολιτικές και οι θεωρίες οραμάτων και εύστοχων λόγων, να γίνουν πράξεις. Η εικόνα να μετουσιωθεί σε ουσία. Τις ικανότητες κανένας δεν αμφισβητεί ότι τις έχουν. Το ερώτημα είναι, αν θα μπορέσουν να απαλλαγούν από τα σύνδρομα του παλαιοκομματισμού, αλλά και των δικών τους φιλοδοξιών, για το πώς ο κόσμος τους βλέπει.
Το 2028 είναι ακόμα μακριά. Ο Νίκος Χριστοδουλίδης δεν πρόλαβε να περάσει την πύλη του Προεδρικού, όπως οι υποστηρικτές του φώναζαν το βράδυ των εκλογών, και η Αννίτα Δημητρίου δεν πρόλαβε να κάτσει στην καρέκλα του γραφείου του 5ου ορόφου της Πινδάρου. Οι προκλήσεις για τον τόπο είναι πολλές και μεγάλες. Ασφαλώς οι λύσεις δεν έρχονται με το να ασχολούνται και οι δύο με τα φαντάσματα που βλέπουν παντού και διαχωρίζοντας τους πάντες σε εχθρούς και φίλους. Ο κόσμος δεν νοιάζεται αν το Προεδρικό αγχώνεται για το κατά πόσο η εικόνα της Αννίτας Δημητρίου θα έχει την ανάλογη φθορά, όπως ο Χριστοδουλίδης μέχρι το 2028, ούτε αν στην Πινδάρου θεωρούν ότι πίσω από κάθε κριτική κρύβεται το Προεδρικό.
Μεταξύ μας βέβαια, μπορεί να ισχύουν και τα δύο, αλλά σε αυτό τον πόλεμο της εικόνας για το γάντζωμα στην εξουσία, η μόνη χαμένη είναι η χώρα και οι πολίτες. Για αυτό και αναζητείται ο τρίτος δρόμος. Θα μπορέσει κάποιος από το δημοκρατικό τόξο να τον προσφέρει ή θα βρουν πεδίο δράσης ακραίες και επικίνδυνες καταστάσεις; Μήπως η ανακύκλωση συγκεκριμένων πολιτικών συμπεριφορών, είναι αναπόφευκτη και μοιραία; Ζητείται πολιτική Ελπίς.