Τι είναι χειρότερο: να καταστραφεί ολοσχερώς το Εθνικό σου Μουσείο ή να μην έχεις καθόλου; Και ερώτημα- bonus: είναι λογικό μια υλική και πνευματική καταστροφή να θεωρείται εφάμιλλη ή και χειρότερη από την απώλεια του υπέρτατου αγαθού, της ανθρώπινης ζωής; Ο Αριστοτέλης, βέβαια, θεωρούσε «τελικό αγαθό» την ευδαιμονία, την ενέργεια της ψυχής σύμφωνα με την αρετή, αλλά αυτή είναι μια άλλη συζήτηση. Ο πολιτισμός και οι νόμοι μας αναγνωρίζουν ότι η ζωή είναι η απόλυτη αξία που περικλείει όλες τις άλλες κι είναι λογικά, χρονικά και οντολογικά προγενέστερη όλων. Ας το δεχτούμε και πάμε παρακάτω.
Ποιο είναι, λοιπόν, το δεύτερο χειρότερο κακό που μπορεί να μας συμβεί; Ίσως το να χάσουμε τη μνήμη μας. Φανταστείτε δηλαδή να έχεις ζήσει μια ζωή υπερπλήρη, όπως η Ειρήνη Παπά, να έχεις οργώσει τον κόσμο με το νύχι και να έχεις φάει ψωμί κι αλάτι με τους πιο λαμπερούς ανθρώπους και να μη θυμάσαι τίποτα, η αποθήκη της μνήμης να είναι άδεια. Πόσο χειρότερος είναι ο θάνατος από αυτό;
Ένα πλήγμα τύπου Αλτσχάιμερ είναι κι αυτό που χτύπησε τη Βραζιλία, αλλά και ολόκληρη την ανθρωπότητα, με την καταστροφή του Εθνικού Μουσείου στο Ρίο ντε Ζανέιρο. Εκεί όπου ένα μεγάλο μέρος της παγκόσμιας κληρονομιάς έγινε στάχτη και μπούρμπερη. Εκτός από το παλαιότερο ανθρώπινο απολίθωμα της Αμερικής, το Μουσέου Νασιονάλ περιείχε μια από τις μεγαλύτερες συλλογές φυσικής ιστορίας και ανθρωπολογίας και πολύτιμα εκθέματα από όλον τον κόσμο, μεταξύ των οποίων ελληνορωμαϊκά έργα τέχνης, αιγυπτιακές μούμιες, όπως και μια ρωμαϊκή τοιχογραφία από την Πομπηία που είχε καταφέρει να βγει σώα από την οργή του Βεζούβιου(!). Παράλληλα, διέθετε μία από τις μεγαλύτερες επιστημονικές βιβλιοθήκες της Βραζιλίας, με πάνω από 470.000 τόμους, χιλιάδες σπάνια έργα και μια από τις πολυτιμότερες συλλογές βραζιλιάνικης λογοτεχνίας.
Για να καταλάβουμε τα μεγέθη, θεωρείται το ισοδύναμο του Βρετανικού Μουσείου στη Βραζιλία, στεγάζοντας μάλιστα 20 εκατομμύρια αντικείμενα έναντι 8 εκατομμυρίων στο περίφημο μουσείο του Λονδίνου. Και για να νιώσουμε το «τζιζ», ας υποθέσουμε ότι καίγεται ολοσχερώς το Βρετανικό Μουσείο, που πέφτει πιο κοντά και παράλληλα μάς «καίει» λόγω των Μαρμάρων του Παρθενώνα, αλλά και των μυριάδων αρχαιολογικών αντικειμένων από Ελλάδα και Κύπρο. Καταλάβατε τώρα;
Ο Πρόεδρος της Βραζιλίας μίλησε για την απώλεια 200 ετών δουλειάς, έρευνας και γνώσης, αλλά είναι πολύ περισσότερα. Δικαίως κάποιοι ειδικοί συγκρίνουν την απώλεια με την καταστροφή της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας, η οποία ίσως φρέναρε ή τουλάχιστον μετατόπισε ολόκληρη την πορεία της ιστορίας. Τα μουσεία είναι κιβωτοί μνήμης και γνώσης, αλλά και κάτι παραπάνω. Ένας ζωντανός οργανισμός τριβής με τα ίχνη της περιπέτειας του ανθρωπίνου πνεύματος, που εξωθεί την αέναη ζωτική πορεία προς το μέλλον.
Ας επιστρέψουμε, όμως, στο αρχικό ερώτημα, λαμβάνοντας υπόψη ότι το εν λόγω μουσείο άνοιξε το 1818, τέσσερα χρόνια ΠΡΙΝ από την ανεξαρτησία της Βραζιλίας από τους Πορτογάλους. Κι ας διερωτηθούμε αν η δική μας επίσημη πολιτική και κοσμοθεωρία για την παραγωγή και διαφύλαξη του πολιτισμού διαφέρει πολύ από την πύρινη λαίλαπα. Θα έπρεπε να οδυρόμαστε για την καταστροφή ενός εν δυνάμει υποφερτού μουσείου ή και μιας βιβλιοθήκης, την ανυπαρξία ενός λειτουργικού θησαυροφυλακίου παρελθόντος, τη συνειδητή αποκοπή μας από τη μνήμη μας. Της πραγματικής, όμως κι όχι της φυτεμένης. Διότι εμείς πάσχουμε από ένα χειρότερο είδος Αλτσχάιμερ: αυτού που σβήνει τις μνήμες αλλά διατηρεί μονοδιάστατες φαντασιώσεις.
Η Κυβέρνηση και το Υπουργείο Παιδείας έχουν σοβαρότερα ζητήματα για να χολοσκάν αυτή την εποχή, όπως να εξορθολογίσουν –και να εξορθοδοξολογίσουν (sic)- την Παιδεία του τυφλοσούρτη, χωρίς να αγγίζουν τον πυρήνα της, αλλά κόβοντας απλώς τον συνδικαλιστικό βήχα των εκπαιδευτικών. Πάντως, την ίδια στιγμή ο Πολιτισμός παραμένει στον αυτόματο πιλότο, γιατί η δημιουργία και η μνήμη δεν είναι τίποτε περισσότερο από άχρηστες πολυτέλειες.