Κατόρθωσα τελικά να διαβάσω το πολυσέλιδο βιβλίο, των 800 περίπου σελίδων «361 Τάγμα Πεζικού-Χρονικό προάσπισης προδομένης πατρίδας» του Χαράλαμπου Αλεξάνδρου.

Πραγματικά με συγκλόνισε, γιατί όσοι πολέμησαν τον Τούρκο εισβολέα στην πρώτη γραμμή έζησαν παρόμοια γεγονότα όπως αυτά που περιγράφονται στο βιβλίο. 

Ο συγγραφέας έκανε εξαιρετική, πολυεπίπεδη και δύσκολη δουλειά. Πήρε συνεντεύξεις από τους επιζώντες, διασταύρωσε, εκεί που μπορούσε, τις αφηγήσεις και τα στοιχεία, ερεύνησε και κατέγραψε αρχεία της Εθνικής φρουράς της περιόδου εκείνης.

 

Όπως αναφέρεται στον πρόλογο «η ιστορία του 361 Τάγματος Πεζικού είναι μια ιστορία ηρωισμού και εγκαρτέρησης, μαχών και συγκρούσεων… το βιβλίο ανοίγει ένα παράθυρο στον χρόνο και στην ιστορία και μας δίνει τη ζωή και τη δράση αυτής της μονάδας».

 

Η προδοσία πρόδηλη σε κάθε αφήγηση όσων επέζησαν: 

 

– Έπεφταν αλεξιπτωτιστές στα εκατό- διακόσια μέτρα και τους έλεγαν «Μην πυροβολείτε, είναι άσκηση».

 

· Δεν δόθηκε διαταγή για οπισθοχώρηση όσων πολεμούσαν στη γραμμή Κλεπίνης-Παχυάμμου, με αποτέλεσμα 70 αγνοούμενοι, 40 αιχμάλωτοι.

Αυτή είναι η πιο τραγική στιγμή της ιστορίας του τάγματος. Η αφήγηση όσων επέζησαν συγκλονιστική, βγαλμένη από σενάριο πολεμικής ταινίας.

 

Αφέθηκαν οι αξιωματικοί και στρατιώτες του 1ου και 3ου λόχου, μόνοι, εγκαταλειμμένοι από τους υπόλοιπους που είχαν οπισθοχωρήσει στην περιοχή του Μαζωτού. Ενώπιον ενός υπέρτερου εχθρού και ήταν θέμα χρόνου η περικύκλωση, σύλληψη και εκτέλεση των περισσοτέρων απ’ αυτών. Η ευθύνη των Διοικητών τεράστια.

 

· Σύγχυση, ανοργανωσιά και πανικός επικρατούσε αφού οι ανώτεροι αξιωματικοί δεν ήξεραν τι να κάνουν, ενώ οι οδηγίες που έπαιρναν ήταν αμφιλεγόμενες.

 

· Υπήρχαν βέβαια κι αυτοί που με τα τυφέκια, αλλά και με τα πυροβόλα που πάθαιναν συνέχεια εμπλοκή έδωσαν άνισες μάχες με ένα υπέρτερο εχθρό.

 

Διαβάζοντας το πολυσέλιδο βιβλίο αντιλαμβάνεται κάποιος σε ποια κόλαση πολέμησαν οι στρατιώτες και οι έφεδροι του τάγματος γιατί κάτι παρόμοιο ζήσαμε κι εμείς στις μάχες του Τράχωνα, της Νεάπολης, της Ομορφίτας και του Καϊμακλίου.

 

Πρόσφατα επισκέφτηκα το Κάστρο του Βουφαβέντο, περνώντας από τον Κουτσοβέντη. Αναγνώρισα, πιστεύω, το δρόμο όπου σύμφωνα με τις αφηγήσεις, στρατιώτες του Τάγματος σταμάτησαν τρία λεωφορεία που μετέφεραν Τούρκους στρατιώτες. Συνήψαν μάχη σκοτώνοντας αρκετούς από αυτούς, ενώ χάθηκαν μπροστά στα μάτια τους τέσσεροι συνάδελφοί τους. Άνιση όμως η μάχη που τους ανάγκασε σε οπισθοχώρηση. (Γνωσή σαν η μάχη του Κουτσοβέντη).

 

Όταν ανέβηκα στην κορυφή του κάστρου, σαν να έβλεπα μπροστά μου τους στρατιώτες κατάκοπους, πεινασμένους, απελπισμένους, να περιπλανώνται σ’ αυτές τις περιοχές χωρίς να γνωρίζουν πού να πάνε, πού είναι ο εχθρός, που είναι τα εμφύλια τμήματα. 

 

Πιστεύω ότι ο κάθε Λόχος, το κάθε Τάγμα, ιδιαίτερα αυτά που ήταν στην πρώτη γραμμή του πολέμου θα πρέπει να καταγράψουν, όπως έκανε το 361 Τάγμα Πεζικού, τις άνισες συγκρούσεις, τον ηρωισμό και την αυταπάρνηση, τους νεκρούς και αγνοούμενους, την προδοσία, με λίγα λόγια την ιστορία ενός πολέμου με προδιαγεγραμμένη κατάληξη.

 

Το οφείλουν προς τους νεότερους, για να γραφτεί η ιστορία από τους πρωταγωνιστές και όχι απλώς με την πένα ενός ιστορικού. 

 

Ιδιαίτερη μνεία θα έκανα για τον φίλο και συναγωνιστή Φίλιππο Παττούρα, που ήταν ο συντονιστής του έργου, αυτός που βρήκε τον συγγραφέα, αυτός που συμμετείχε στη εκτέλεσή του, αφού γνώριζε από πρώτο χέρι τα όσα διαδραματίστηκαν εκείνο το μοιραίο καλοκαίρι, καθώς ήταν και ο ίδιος στρατιώτης σε εκείνο το τάγμα. Δυστυχώς έφυγε χωρίς να δει την ολοκλήρωση του έργου! 

 

*Οικονομολόγος-Ερευνητής