Είναι μόδα; Είναι στρατηγική; Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι πολιτική το να επιδιώκεις την εικόνα του θύματος για να αποσπάσεις τη συμπόνια της κοινωνίας. Κι όμως, στην κυπριακή πολιτική πραγματικότητα τείνει να παγιωθεί ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο: κάθε τόσο «ανακαλύπτεται» ένα νέο «θύμα» του συστήματος, το οποίο εμφανίζεται ως εξωσυστημικό, έτοιμο να φέρει την αλλαγή, μόνο και μόνο για να συγκρουστεί —υποτίθεται— με τους μηχανισμούς που το πολεμούν.
Κάποια στιγμή οφείλουμε να κατέβουμε από το ροζ συννεφάκι και να εγκαταλείψουμε τις ψευδαισθήσεις περί πολιτικών «επαναστάσεων». Το έργο αυτό το έχουμε ξαναδεί — και μάλιστα πολλές φορές στο πρόσφατο παρελθόν.
Το 2013, ο Γιώργος Λιλλήκας εμφανίστηκε ως ο «εκτός κομμάτων» υποψήφιος, μια εναλλακτική πρόταση που υποσχόταν ρήξη με το κατεστημένο. Το 2018, η Αννίτα Δημητρίου, ως νεαρή και σχετικά άπειρη εκπρόσωπος Τύπου του επιτελείου του Νίκου Αναστασιάδη, κέρδιζε τη συμπάθεια του κοινού, προβάλλοντας μια ήπια και ευγενική εικόνα, ιδίως σε αντιπαραβολή με πιο έντονες και συγκρουσιακές παρουσίες, όπως ήταν τότε η Ειρήνη Χαραλαμπίδου ως εκπρόσωπος Τύπου του Σταύρου Μαλά.
Το 2023, ο ρόλος αυτός αποδόθηκε στον Νίκο Χριστοδουλίδη, ο οποίος προωθήθηκε ως ανεξάρτητος που θα «σπάσει αυγά» απέναντι στο κομματικό σύστημα.
Στις ευρωεκλογές του 2024, η κοινωνική απογοήτευση μετατράπηκε σε θυμό και ένα σημαντικό μέρος των πολιτών είδε στο πρόσωπο του Φειδία Παναγιώτου ένα μέσο «εκδίκησης» προς το σύστημα, στέλνοντάς τον στο Ευρωκοινοβούλιο.
Σήμερα, στις επερχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις, τον ρόλο του «διωκόμενου» φαίνεται να διεκδικεί και το ΑΛΜΑ του Οδυσσέα Μιχαηλίδη. Κάθε πολιτική κριτική παρουσιάζεται ως στοχοποίηση, κάθε αντίλογος βαφτίζεται «πόλεμος του συστήματος». Οι εκπρόσωποι των παραδοσιακών κομμάτων χαρακτηρίζονται συλλήβδην ως μέρος ενός διεφθαρμένου μηχανισμού, ενώ η απάντησή τους σε κατηγορίες εκλαμβάνεται όχι ως πολιτική αντιπαράθεση, αλλά ως επιβεβαίωση της «δίωξης».
Ωστόσο, αξίζει να επισημανθεί ότι η υιοθέτηση του αφηγήματος του «θύματος» δεν είναι απλώς επικοινωνιακό τέχνασμα. Συχνά λειτουργεί ως μηχανισμός αποφυγής της ουσίας. Αντί να δοθεί έμφαση σε συγκεκριμένες πολιτικές προτάσεις, μετατοπίζεται η συζήτηση στο συναίσθημα, στην αίσθηση αδικίας και στην κατασκευή ενός «εχθρού». Έτσι, η πολιτική αντιπαράθεση εκφυλίζεται σε σύγκρουση εντυπώσεων, όπου η τεκμηρίωση και η λογοδοσία περνούν σε δεύτερη μοίρα.
Όμως η πολιτική δεν είναι θέατρο, ούτε παιχνίδι ρόλων. Δεν είναι σκηνή για δραματοποίηση, αλλά πεδίο ευθύνης και λογοδοσίας. Ο θυμός της κοινωνίας είναι υπαρκτός και δικαιολογημένος. Η αναζήτηση εναλλακτικών επιλογών είναι υγιής και αναγκαία για τη δημοκρατία. Όταν όμως η λογική υποχωρεί μπροστά στον λαϊκισμό και η ουσία αντικαθίσταται από την εικόνα, τότε δεν μιλάμε για πρόοδο, αλλά για οπισθοδρόμηση.
Η πολιτική οφείλει να βασίζεται στη σύγκρουση ιδεών, προτάσεων και έργων — όχι στη σκηνοθεσία ρόλων και στην καλλιέργεια εντυπώσεων. Σε αυτή την αρένα, η αξιοπιστία δεν κερδίζεται με αφηγήματα «καταδίωξης», αλλά με τεκμηριωμένο λόγο, συνέπεια και πολιτικό θάρρος.
Αν η κοινωνία συνεχίσει να επιβραβεύει το αφήγημα του «θύματος», τότε θα ανακυκλώνει και τις ίδιες αυταπάτες, χωρίς ουσιαστική αλλαγή. Η πραγματική πολιτική ανανέωση δεν θα έρθει από όσους επενδύουν στη συμπόνια, αλλά από εκείνους που τολμούν να καταθέσουν ρεαλιστικές προτάσεις, να δεχθούν την κριτική και να συγκρουστούν με επιχειρήματα — όχι με ρόλους. Η ευθύνη, τελικά, δεν βαραίνει μόνο τους πολιτικούς, αλλά και τους πολίτες. Οφείλουν να απαιτούν ουσία αντί για εικόνα, να επιβραβεύουν τη σοβαρότητα αντί της ευκολίας και να ενισχύουν μια πολιτική κουλτούρα που στηρίζεται στον ουσιαστικό δημόσιο διάλογο.