Η ασφάλεια που παρέχει σε πιστωτή εταιρείας το ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης αποδεικνύεται όταν η εταιρεία δεν ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις της και ο πιστωτής ασκεί το δικαίωμα διορισμού παραλήπτη και διαχειριστή. Η επιβάρυνση τότε από κυμαινόμενη μετατρέπεται σε καθορισμένη και προσκολλάται στην περιουσία την οποία ο παραλήπτης και διαχειριστής παραλαμβάνει με σκοπό να τη ρευστοποιήσει προς το συμφέρον του δικαιούχου του ομολόγου για ικανοποίηση της οφειλής της εταιρείας. Ο διορισμός παραλήπτη και διαχειριστή γίνεται στη βάση των όρων του ομολόγου, αποτελεί συμβατικό δικαίωμα του εξασφαλισμένου πιστωτή και δεν υπόκειται σε επικύρωση από το Δικαστήριο ούτε σε έγκριση ή αποδοχή από τον Έφορο Εταιρειών. Σχετική είναι η πρόνοια του άρθρου 97 (1) του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, που αναφέρει ότι οποιοδήποτε πρόσωπο λάβει διάταγμα για το διορισμό παραλήπτη ή διαχειριστή της περιουσίας εταιρείας ή τον διορίζει σύμφωνα με τις εξουσίες που περιλαμβάνονται στο ομόλογο, οφείλει εντός 7 (επτά) ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος ή του διορισμού να παραδώσει σχετική ειδοποίηση στον Έφορο Εταιρειών, ο οποίος την καταχωρεί στο μητρώο επιβαρύνσεων κατόπιν πληρωμής του σχετικού δικαιώματος.
Η παράδοση ειδοποίησης για το διορισμό παραλήπτη ή διαχειριστή εταιρείας και η καταχώρηση της στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, όπως τονίζει η Δικαστής κα Χρ. Μίτλεττον στην απόφαση που εξέδωσε την 25.7.2022, αποσκοπεί στην τυπική ολοκλήρωση της πράξης διορισμού του και γίνεται για να προσδώσει την αναγκαία δημοσιότητα και εκτελεστότητα έναντι τρίτων. Η ύπαρξη εκκαθαριστή εταιρείας δεν αποκλείει νομικά τον διορισμό παραλήπτη και διαχειριστή με βάση το ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης, όπως ακριβώς μπορεί να συμβεί και πριν από την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης. Μάλιστα, η ίδια η έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, αναφέρει, συνιστά το γεγονός που αποκρυσταλλώνει την κυμαινόμενη επιβάρυνση. Ο παραλήπτης και διαχειριστής που διορίζεται από τον πιστωτή, περιορίζεται και ενεργεί μόνο ως εκπρόσωπος του συγκεκριμένου πιστωτή που τον διόρισε και δεν μπορεί να ενεργεί και ως εκπρόσωπος της υπό εκκαθάριση εταιρείας ή άλλων πιστωτών, εκτός εάν εξουσιοδοτηθεί από τον εκκαθαριστή.
Ενώπιόν του, το Δικαστήριο είχε αίτηση παραλήπτη και διαχειριστή που ζητούσε διάταγμα οτι ο διορισμός του ήταν έγκυρος και νόμιμος, καθώς και διάταγμα που να διατάζει τον Έφορο Εταιρειών να του παραδώσει έγγραφα που να βεβαιώνουν το διορισμό του. Ο πιστωτής που τον διόρισε απέστειλε τις δέουσες γνωστοποιήσεις για τον διορισμό του με βάση το άρθρο 97 (1), εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, αλλά ο Έφορος του επέστρεψε τα σχετικά έντυπα, αναφέροντας του ότι τα αιτήματα για τις ζητούμενες υπηρεσίες απορρίπτονται γιατί οι εταιρείες ήταν υπό εκκαθάριση. Ο Έφορος επικαλέστηκε το άρθρο 220 του Κεφ. 113 που προβλέπει ότι όταν έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης, καμία αγωγή ή διαδικασία συνεχίζεται ή αρχίζει εναντίον της εταιρείας, εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου της εκκαθάρισης.
Η διαπίστωση του Δικαστηρίου ήταν ότι ενώπιον του δεν είχε αγωγή για διάγνωση ουσιαστικών δικαιωμάτων, αλλά εταιρική αίτηση από αιτητή που φέρεται ως διορισμένος με βάση ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης και αίτημα για οδηγίες σε σχέση με τα καθήκοντα του. Αμφισβητείται η ολοκλήρωση του διορισμού του και στο πλαίσιο αυτό είναι αποδεκτό πως το τυπικό μέρος της διαδικασίας διορισμού του δεν ολοκληρώθηκε, ένεκα της ενδεχομένως λανθασμένης ερμηνείας του Νόμου από μέρους του Εφόρου Εταιρειών, ο οποίος επέστρεψε στον πιστωτή τις γνωστοποιήσεις ως μη αποδεκτές. Το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι οι θεραπείες που ζητούσε ο αιτητής ήταν πρόωρο να εξεταστούν καθόσον προείχε η ολοκλήρωση της διαδικασίας διορισμού του που δεν μπορούσε να παρακαμφθεί. Ο αιτητής μπορούσε να εγείρει αγωγή για να ζητήσει οποιεσδήποτε θεραπείες στο πλαίσιο του δικαίου των συμβάσεων. Αίτηση όμως, νομιμοποιείται να καταχωρήσει μόνον, εφόσον ολοκληρωθεί η διαδικασία του διορισμού του και κινείται σε επίπεδα άσκησης εταιρικών καθηκόντων.
Το Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν επικυρώνει τον διορισμό του παραλήπτη και διαχειριστή που γίνεται με βάση ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης και δεν μπορεί να ζητείται τέτοια επικύρωση στο πλαίσιο της αίτησης. Καταλληλότερο ένδικο βοήθημα για την επίλυση τέτοιων διαφορών που καθορίζουν αστικά δικαιώματα θα ήταν η αγωγή, ώστε να μπορέσει να παρουσιαστεί και να αξιολογηθεί πλήρως η σχετική μαρτυρία που έχει να κάνει με τα συμβατικά δικαιώματα. Γι’ αυτό δεν μπορούσε να εκδώσει οποιοδήποτε από τα διατάγματα που ζητούσε ο αιτητής και απέρριψε την αίτηση του.
* Δικηγόρος στη Λάρνακα