Σε ένα πρώτο επίπεδο, είναι σημαντικό νομίζω για να κατανοηθεί το πλαίσιο της υφιστάμενης κρίσης του ιρακινού πολιτικού συστήματος, να υπομνήσουμε τις εξελίξεις που επέφερε η αμερικανική εισβολή στο Ιράκ στη μετά-2003 εποχή. Η ανατροπή τoυ Μπααθικού καθεστώτος, υπό τον Σαντάμ Χουσείν, που (αν και κοσμικό κίνημα στην πολιτική του φιλοσοφιά) στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στο σουνιτικό μουσουλμανικό στοιχείο είχε ως απότοκο την άνοδο του σιιτικού μουσουλμανικού στοιχείου στην κεντρική πολιτική σκηνή. Στη γεωπολιτική του διάσταση οδήγησε στο άνοιγμα της πόρτας της πίσω αυλής του Ιράκ για να εισέλθει το Ιράν, ως κατ’ εξοχήν φορέας του σιιτικού Ισλάμ, προβάλλοντας ισχύ και διευρύνοντας την επιρροή του. Ήταν εκ των σοβαρότερων γεωπολιτικών «παράπλευρων απωλειών» για τις ΗΠΑ, καθ’ ομολογία και των ιδίων.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο είναι σημαντικό να αναφερθεί πως σταδιακά αναδύθηκαν εσωτερικοί τριγμοί εντός της σιιτικής κοινότητας, διαμορφώνοντας ουσιαστικά δύο στρατόπεδα σήμερα: (α) το ένα που στηρίζεται από το Ιράν και επιδιώκει τη στενή σχέση Ιράκ-Ιράν και (β) το άλλο που επιδιώκει τη μείωση/εκμηδενισμό της ιρανικής εμπλοκής στην πολιτική σκηνή του Ιράκ. Στην παρούσα συγκυρία το πρώτο στρατόπεδο εκφράζεται πολιτικά από τον σχηματισμό Coordination Framework και ένοπλα από τις Δυνάμεις Λαϊκής Κινητοποίησης (Popular Mobilization Forces – ένοπλος συνασπισμός που αριθμεί 100,000 περίπου φιλοϊρανούς σιιίτες πολιτοφύλακες διαφορετικών ομάδων και που διαδραμάτισε καταλυτικό ρόλο στην αντιμετώπιση του ISIS/ISIL). Κεντρική φιγούρα του πρώτου στρατοπέδου είναι ο πρώην πρωθυπουργός  Nouri al-Maliki. Το δεύτερο στρατόπεδο έχει ως βασικό εκφραστή το κίνημα Sadrist, ηγέτης του οποίου είναι ο σιίτης κληρικός Muqtada al-Sadr, διαθέτοντας το δικό του ένοπλο βραχίονα. Ο Sadr τα τελευταία χρόνια ανέπτυξε ένα πρόταγμα αυτόνομης ιρακινής εξωτερικής πολιτικής με βασικό άξονα την ισορροπία ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ιραν, το οποίο κωδικοποιητικά αντανακλάται στο σχήμα «ούτε Ουάσιγκτον, ούτε Τεχεράνη».

Το ορόσημο που αποτέλεσε την καμπή για τη σημερινή κρίση εδράζεται στην τελευταία εκλογική διαμάχη του Οκτωβρίου 2021. Το αποτέλεσμα ανέδειξε ως νικητή τον Sadr ο οποίος επεδίωξε μια συμμαχία μεταξύ των αντι-ιρανικών σιιτικών δυνάμεων, των σουνιτικών δυνάμεων και των κουρδικών δυνάμεων του Ιράκ. Διασφαλίζοντας μια πλειοψηφία από σύνολο 329 βουλευτικών εδρών, με μειωμένα τα ποσοστά των φιλοϊρανικών σιιτικών δυνάμεων. Εντούτοις, οι φιλοϊρανικές σιιτικές δυνάμεις αξιοποιώντας την πρόσβαση στους μηχανισμούς της δικαστικής εξουσίας κατάφεραν να μπλοκάρουν τη διαδικασία. Το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της χώρας αποφάσισε για πρώτη φορά πως η ανάδειξη του πρωθυπουργού χρειάζεται όχι απλή, αλλά ενισχυμένη πλειοψηφία 2/3 που ήταν αδύνατο να επιτευχθεί. Ως απάντηση, οι βουλευτές (73) του Sadr παραιτήθηκαν από τις εδρές τους και ο σιίτης κληρικός κάλεσε τους οπαδούς του να προσέλθουν στη βουλή για διαμαρτυρίες. Στο μεταξύ, οι κενωθείσες έδρες καταλήφθηκαν από τις φιλοϊρανικές σιιτικές δυνάμεις που εκκίνησαν συνακόλουθα διαδικασία εκλογής του Mohammed Shia al-Sudani (σύμμαχου του Maliki), η οποία αυτή τη φορά εμποδίζετο από τους διαμαρτυρόμενους οπαδούς τους Sadr (πλέον είχαν κατασκηνώσει στην λεγόμενη Διεθνή/Πράσινη Ζώνη όπου βρίσκονται διπλωματικές αποστολές, δημόσια κτίρια κ.λπ.).

 Η θρυαλλίδα που πυροδότησε την παρούσα κρίση και τα αιματηρά επεισόδια με νεκρούς και τραυματίες ήταν η απόφαση του Sadr να αποχωρήσει από την πολιτική, σε μια κίνηση με την οποία επιχείρησε να ανακατέψει την τράπουλα εκ νέου. Αν και προς το παρόν έχει επέλθει μια πρόσκαιρη αποκατάσταση της ηρεμίας, αφού ο Sadr κάλεσε τους οπαδούς του κινήματος να αποχωρήσουν, η κατάσταση κάθε άλλο παρά από νηνεμία διέπεται αφού οί κίνδυνοι επανάληψης της βίας υφέρπουν. Το πολιτικό αδιέξοδο συνεχίζεται και το κατά πόσο και με ποιο τρόπο θα διεξαχθούν νέες εκλογές παραμένει ζήτημα αβέβαιο.

Βασικό συμπέρασμα όμως που εξάγεται από αυτό το τελευταίο επεισόδιο της ιρακινής κρίσης είναι πως το Ιράν και οι συμμαχικοί προς αυτό τοπικοί δρώντες κατάφεραν να αξιοποιήσουν την επιρροή τους στις θεσμικές δομές, εκμεταλλευόμενοι ταυτόχρονα την στρατηγική αμηχανία και υποτονική ανάμειξη των ΗΠΑ, για να ελέγξουν την πολιτική ροή των εξελίξεων. Αυτό με τη σειρά του δείχνει πως η ιρανική εδραίωση και γεωστρατηγική αναβάθμιση στο Ιράκ, στη μετά-2003 εποχή, δύσκολα αντιστρέφεται. 

Περαιτέρω, σε ο,τι αφορά τις γεωπολιτικές προεκτάσεις της κρίσης είναι σημαντικό να τεθεί ο παρανομαστής που σχετίζεται και με άλλους εξωτερικούς παίκτες όπως η Τουρκία. H Τουρκία έχει ιδιαίτερο συμφέρον στρατηγικά να αναζητεί ρόλο στο Ιράκ κυρίως για δύο λόγους. Ο πρώτος αφορά την καταπολέμηση του κουρδικού κινήματος PKK, με το οποίο η Άγκυρα βρίσκεται σε ένοπλη αντιπαράθεση για τέσσερις περίπου δεκαετίες εντός της τουρκικής επικράτειας και το οποίο εδρεύει στο Βόρειο Ιράκ από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 (Όρη Καντίλ) και ο δεύτερος διασυνδέεται με την εκμετάλλευση των ενεργειακών κοιτασμάτων (βλ. ιρακινό-τουρκικός αγωγός πετρελαίου Κιρκούκ – Τσεϊχάν).

Συναφώς, η Τουρκία διαθέτει αφενός στρατιωτική παρουσία/βάσεις στην περιοχή Bashiqa και τα τελευταία χρόνια πραγματοποιεί επιδρομές κατά των μαχητών του PKK, αφετέρου ισχυρή ενεργειακή συνεργασία με την ηγεσία Μπαρζανί στο ιρακινό Κουρδιστάν (Κουρδική Περιφερειακή Διοίκηση). Να λεχθεί εδώ πως οι σχέσεις μεταξύ PKK και ηγεσίας Μπαρζανί είναι συγκρουσιακά τεταμένες καθρεφτίζοντας έναν ενδό-κουρδικό εχθρικό ανταγωνισμό. Την ίδια στιγμή η Κουρδική Περιφερειακή Διοίκηση, ως ομόσπονδο τμήμα του Ιράκ, έχει πολύπλευρες σχέσεις με την Τουρκία, στενή συνεργασία με τις ΗΠΑ και επιδιώκει δεσμούς με το Ισραήλ. Μάλιστα, το τελευταίο διάστημα υπάρχει, υπό εκκόλαψη, σχεδιασμός για να ενταχθεί το Ισραήλ στην εξίσωση της μεταφοράς ενέργειας από το ιρακινό Κουρδιστάν στην Τουρκία και την Ευρώπη.

Υπό το φως της διαφαινόμενης αναβίωσης της πυρηνικής συμφωνίας για το Ιράν και ένταξης του στις διεθνείς ενεργειακές αγορές, καθίσταται πρόδηλο πως το ιρακινό Κουρδιστάν και το Ιράν θα βρίσκονται σε ανταγωνιστική -ενεργειακά- σχέση. Βασική προϋπόθεση εντούτοις για την περαιτέρω ανάπτυξη της ενεργειακής προοπτικής αποτελεί η επίλυση των διαφορών μεταξύ του ιρακινού Κουρδιστάν και της κεντρικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης του Ιράκ για την αρμοδιότητα ελέγχου των ενεργειακών κοιτασμάτων στο Β. Ιράκ. Κατεύθυνση προς την οποία εργάζονται οι ΗΠΑ που έχουν κάθε λόγο να επιδιώκουν την διοχέτευση ενέργειας από το Ιράκ σε Τουρκία και Ευρώπη, με την συμμετοχή του Ισραήλ, ως εναλλακτική πηγή και οδός εφοδιασμού σε σχέση με τις ιρανικές αλλά και ρωσικές πηγές ενέργειας.

Σε αυτό το συγκείμενο το Ιράκ αναδεικνύεται ως ένα θεάτρο περιφερειακής έντασης μεταξύ Τουρκίας και Ιράν, όπως συμβαίνει σε άλλα πεδία (π.χ. Συρία, Νότιος Κάυκασος) με στόχο την άσκηση επιρροής, έλεγχο τοπικών δρώντων και προβολής ισχύος. Καθόλου τυχαία το τελευταίο διάστημα το Ιράν παρέχει υλικοτεχνική υποστήριξη στο PKK το οποίο θεωρεί ως ανάχωμα απέναντι στις τουρκικές δραστηριότητες στο Β. Ιράκ, ενώ φιλοϊρανοί πολιτοφύλακες μαζί με το PKK που εκλαμβάνουν την Τουρκία ως κατοχική δύναμη πραγματοποίησαν από κοινού επιθέσεις κατά των τουρκικών δυνάμεων, υπό το συντονισμό της Τεχεράνης, σύμφωνα με πηγές του αμερικανικού Πενταγώνου.

Τα άνω δύο στοιχεία, δηλαδή η ενέργεια και η ανάσχεση της ιρανικής επιρροής σε διάφορες εστίες, συμπεριλαμβανομένου του Ιράκ, είναι δύο από τους κινητήριους μοχλούς αποκατάστασης των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας, χωρίς να είναι οι μόνοι βέβαια. Ας μην λησμονείται πως η Τουρκία, επίσης, βρίσκεται σε τροχιά εξομάλυνσης των σχέσεων της και με αραβικά κράτη όπως η Σαουδική Αραβία που πρωταγωνιστεί στη συγκρότηση ενός αντί-ιρανικού άξονα, παράμετρος που δύναται να φέρει το βασίλειο πιο κοντά ακόμη και στο Ισραήλ. Εσχάτως το Ιράν τόσο μέσω φιλοϊρανικών ένοπλων ομάδων όσο και απευθείας πραγματοποίησε κτυπήματα κατά ενεργειακών δικτύων και επιχειρηματικών στόχων στο ιρακινό Κουρδιστάν, γεγονός που υπογραμμίζει την ανησυχία του για το ενδεχόμενο ενεργειακού τριγώνου ιρακινού Κουρδιστάν – Τουρκίας – Ισραήλ. Θα πρέπει επίσης να υπενθυμίσουμε ότι στην περίπτωση της Συρίας τόσο η Τουρκία όσο και το Ισραήλ έχουν πλήξει φιλοϊρανικούς στόχους, ενώ στην περίπτωση του Ναγκόρνο-Καραμπάχ η Τουρκία και το Ισραήλ υπήρξαν οι κύριοι υποστηρικτές του Αζερμπαϊτζάν εξοπλίζοντας το στρατιωτικά (drones, βαλλιστικοί πυραύλοι) στην πρόσφατη του νίκη κατά των αρμενικών δυνάμεων. Γεγονός που είχε αρνητικές επιπτώσεις επί του περιφερειακού ρόλου του Ιράν στον Νότιο Καύκασο. Η πρόσφατη δε συνεργασία των μυστικών υπηρεσιών Τουρκίας και Ισραήλ για αποτροπή ιρανικών κτυπημάτων κατά Ισραηλινών τουριστών είναι μια όψη των ανωτέρω σε σχέση με την αμοιβαία επιδίωξη των δύο κρατών για αναχαίτιση του Ιράν.

 Συνεπώς, ένα ακόμη συμπέρασμα που εξάγεται αναφορικά με τη γεωπολιτική διάσταση της κρίσης στο Ιράκ, σε συνάρτηση με τη μεγάλη εικόνα, είναι πως στο απώτερο μέλλον θα αποτελέσει πεδίο αυξανόμενου γεωστρατηγικού ανταγωνισμού μεταξύ Τουρκίας και Ιράν, παρά τα στενά οικονομικά-εμπορικά συμφέροντα που έχουν οι δύο χώρες. Σε μια εξέλιξη του προηγούμενου μήνα, δύο τουρκικές κατασκευαστικές εταιρείες κατάφεραν να εκτοπίσουν τα γαλλικά συμφέροντα στη Μοσούλη, καταφέρνοντας να πετύχουν εκείνες τη συμφωνία για ανοικοδόμηση του αεροδρομίου της πόλης. Η Μοσούλη βρίσκεται σε μια περιοχή όπου υπάρχει έντονη παρουσία φιλοϊρανικών σιιτικών ομάδων και σίγουρα το Ιράν κάθε άλλο παρά καλωσορίζει την εν λόγω εξέλιξη.  Όλα αυτά σε συνδυασμό με την παρουσία και άλλων διεθνούς βεληνεκούς κρατικών δρώντων στο Ιράκ όπως οι ΗΠΑ, η Γαλλία αλλά και η Ρωσία (ας μην ξεχάμε ότι το Ιράκ δεν καταδίκασε τη Ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, απέχοντας από τη σχετική ψηφοφορία στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ) καταδεικνύουν ένα ιδιόμορφο γεωπολιτικό παζλ που ανατροφοτεί και ανατροφοδοτείται (από) τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις.

 

*Νομικός – Ερευνητής (LLB Law, LLM International Law)