Με αφορμή την πρόσφατη απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, με την οποία καθιερώνεται και στην Κύπρο ο θεσμός του Εθνικού Κατώτατου Μισθού (ΕΚΜ), ακούστηκαν κυρίως από πλευράς εργοδοτών διάφορες ανησυχίες και διατυπώθηκαν απόψεις, σύμφωνα με τις οποίες το ύψος του ΕΚΜ θα επηρεάσει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Μιλούμε ασφαλώς για τα €885 μεικτά που καθορίστηκαν ως μισθός πρόσληψης και τα οποία αυξάνονται στα €940, (επίσης μεικτά), μετά από συνεχή εξάμηνη παρουσία στον ίδιο εργοδότη. 

Οι εργοδοτικές δηλώσεις είναι και ατυχείς και απαράδεκτες. Τέτοιοι μισθοί δεν διαβρώνουν την ανταγωνιστικότητα. Ουδέν τούτου αναληθέστερο. 

Είναι αποδεδειγμένο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας πως, στην Κύπρο, η διάβρωση της ανταγωνιστικότητας και της οικονομίας και των επιχειρήσεων δεν οφείλεται ούτε στους μισθούς ούτε στην Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή (ΑΤΑ), η οποία δυστυχώς τα τελευταία χρόνια καταβάλλεται κατά το ήμισυ. 

Απόδειξη τούτου, το γεγονός ότι η ΑΤΑ και οι μισθοί για χρόνια ήταν παγοποιημένοι και όμως η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας δεν βελτιώθηκε. Αντίθετα, κατρακύλησε ακόμα περισσότερο προς τα κάτω. Βουτιά προς τα κάτω έκανε βεβαίως και η παραγωγικότητα, όπως σαφώς αναφέρεται στις φετινές παρατηρήσεις – συστάσεις που έκανε για την Κύπρο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Οι εργοδότες στην Κύπρο και οι οργανώσεις που τους εκπροσωπούν πρέπει να αντιληφθούν πως δεν είναι οι μισθοί και τα ωφελήματα των εργαζομένων που διαβρώνουν την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων τους. 

Η διάβρωση οφείλεται σε άλλους παράγοντες, όπως είναι η χαμηλή παραγωγικότητα που προαναφέραμε, το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας και των καυσίμων αλλά και η διαρκής διαφθορά, όπως επίσης και η καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης. Η γραφειοκρατία του δημοσίου και οι δαιδαλώδεις διαδικασίες είναι άλλος ένας σοβαρός παράγοντας που συμβάλλει στη διαβρωμένη ανταγωνιστικότητα. 

Δυστυχώς, οι εργοδότες στην Κύπρο, όπως και αρκετοί φορείς του πολιτικού συστήματος, αφήνουν όλα τα πιο πάνω στο απυρόβλητο και πυροβολούν στο ψαχνό τους μισθούς και τους μισθωτούς. 

Ιδιαίτερα όσον αφορά τη χαμηλή παραγωγικότητα της κυπριακής οικονομίας, θα πρέπει να πούμε πως γι’ αυτή την κατάσταση τεράστια ευθύνη φέρουν οι εργοδότες και η Κυβέρνηση. Με βάση τη διεθνή βιβλιογραφία και πρακτική, η ευθύνη για τη βελτίωσή της ανήκει εξ’ ολοκλήρου και στους δύο. Τους ανήκει αλλά δεν την αναλαμβάνουν. 

Προτιμούν και οι δύο την επίθεση κατά των μισθών. 

Υ.Γ.: Σε συνεδρία του Εργατικού Συμβουλευτικού Σώματος, η α. Ζέτα Αιμιλιανίδου υπέδειξε με αυστηρότητα προς εκπροσώπους των εργοδοτικών οργανώσεων πως, δεν κινδυνεύει η βιωσιμότητα καμιάς επιχείρησης από ένα κατώτατο μισθό που θα είναι κοντά στα €950. Αν έχετε επιχειρήσεις που νομίζετε, τους είπε, πως θα απειληθούν από ένα τέτοιο μισθό, να τους πείτε να κλείσουν από μόνες τους από τώρα, για να γλυτώσουν και τα υπόλοιπα λειτουργικά τους έξοδα, κατέληξε η αείμνηστη υπουργός. 

Βέβαια, σιώπησαν όλοι γιατί το δίκαιο, η αλήθεια και η λογική ήταν με το μέρος της Ζέτας. 

* Οικονομολόγος, δημοσιογράφος