Αναφερθήκαμε ξανά στον τουρκικό αναθεωρητισμό και την επιθετική ρητορική του Tayyip Erdogan, που αναπτύσσει εντονότερα τους τελευταίους σχεδόν δυο μήνες έναντι της Ελλάδας. Κάθε προκλητική ενέργεια, είτε επί του πεδίου, είτε επί των δηλώσεων, έχει τον λόγο και τον ρόλο της.
Σε επίπεδο διεθνών σχέσεων, η Τουρκία εξελίσσεται σε μια, αν όχι αντιδυτική χώρα, σίγουρα σε μια μη δυτική χώρα. Εξάλλου, ιδιαίτερα μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, δείχνει ξεκάθαρα το ενδιαφέρον της να ενισχύσει τις σχέσεις της με πέντε μεγάλες αναδυόμενες οικονομίες, τον λεγόμενο συνδυασμό των κρατών BRICS. Αυτός ο επιδιωκόμενος συσχετισμός μπορεί να μην αποτελεί μια αμυντική συμμαχία απαραίτητα, αλλά σίγουρα απομακρύνει περαιτέρω την Τουρκία από τη Δύση, καθώς η τουρκική οικονομία παραμένει, εκτός από ευάλωτη, ακόμα κλειστή, ενώ, η χώρα δεν κατάφερε σε καμία περίπτωση να εξευρωπαϊστεί. Δε χωράει άλλωστε καμία αμφιβολία ή τουλάχιστον αυτή είναι μια τουρκική πεποίθηση, ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία αποτελεί ευκαιρία αναβάθμισης της χώρας, τόσο με τον έστω φαινομενικά, διαμεσολαβητικό ρόλο που ανέλαβε στις διαπραγματεύσεις Ρωσίας και Ουκρανίας, όσο και με την ανεπτυγμένη λυκοφιλία Putin – Erdogan, η οποία διέπεται εν πολλοίς από τη μη συμμετοχή της Τουρκίας στις κυρώσεις έναντι της Ρωσίας.
Επιστρέφοντας στα ελληνοτουρκικά, ο Erdogan έχει πολλούς λόγους να εντατικοποιεί την ανθελληνική του ρητορική. Λόγοι μεταξύ των οποίων αποτελούν πρώτον, οι επικείμενες εκλογές στη χώρα, όπου σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις η ψαλίδα με την αντιπολίτευση μειώνεται σημαντικά. Επομένως, επιβάλλεται η ενίσχυση του τουρκικού εθνικισμού. Δεύτερον, η σύμπλευση της Ελλάδας με το δυτικό μέτωπο, όχι μόνο σε επίπεδο ρωσικής εισβολής και κυρώσεων, αλλά και της αναβαθμισμένης εξοπλιστικής πολιτικής που ακολουθεί η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία στην Ελλάδα. Ωστόσο, η δική μας εκτίμηση αφήνει την Τουρκία μακριά από μια έμπρακτη, οπλική επίθεση κατά της Ελλάδας, καθώς, ενόσω διαρκεί ο πόλεμος Ρωσίας – Ουκρανίας, δεν μπορεί εξόφθαλμα, πρόδηλα και ξεκάθαρα να προκαλέσει πόλεμο εντός του ΝΑΤΟ. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε τη συστράτευσή της με τη Ρωσία χωρίς ταυτόχρονα να μπορεί να αναλάβει την ευθύνη για τη διάβρωση της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ.
Με τη διεθνοποίηση των ελληνοτουρκικών, ο πρόεδρος Erdogan προσπαθεί εν πολλοίς μάταια να αντιστρέψει τους ρόλους: Η Τουρκία από θύτης γίνεται θύμα και η Ελλάδα από θύμα γίνεται θύτης. Με άλλα λόγια, ο Τούρκος πρόεδρος προσπαθεί να πείσει τη διεθνή κοινότητα ότι η Ελλάδα επιτίθεται και η Τουρκία αμύνεται. Εδώ, η ελληνική πλευρά δείχνει μια μάλλον ικανοποιητική διάθεση ανταπάντησης και παραμένει ως όφειλε πολύ προσεκτική σε επίπεδο δηλώσεων. Το σημαντικότερο βέβαια είναι να παραμείνει στις προτεραιότητές της μια αποτελεσματική πολιτική υψίστης εθνικής ασφάλειας της χώρας, κάτι που συμβάλει όχι μόνο στην προστασία της Ελλάδας, αλλά ευχόμαστε και της Κύπρου. Άλλωστε, οι ηγεσίες λαμβάνουν αποφάσεις με βάση την αντίληψη που έχουν για τον αντίπαλο. Επομένως, απομένει να διερωτηθούμε ποια είναι η αντίληψη του προέδρου Erdogan για την αξιοπιστία της ελληνικής αποτροπής. Όσο η ελληνική αποτρεπτική εξοπλιστική, στρατιωτική ή άλλη πολιτική ενισχύονται, τόσο πιο δύσκολο θα είναι ένα ενδεχόμενο πρώτο πλήγμα από την Τουρκία, έστω κι αν ο Erdogan πιστεύει πως σε μια τέτοια αναμέτρηση θα έχει σύμμαχο τη Ρωσία ή ακόμα και την Κίνα. Πόσο έτοιμα είναι άραγε τα κράτη αυτά να αντιμετωπίσουν τη Δύση και τις ΗΠΑ;
*Πολιτικός επιστήμων, επικεφαλής της IS Pegasus Coaching & Consulting Ltd