H αρχή ενός πολέμου είναι πάντοτε γνωστή, αλλά όχι το τέλος του, μας διδάσκουν οι στρατηγικές σπουδές. Αυτό μας υπενθυμίζει εκ νέου η παρατεταμένη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία εν είδει πολυμέτωπης επίθεσης από ξηράς, θάλασσας και αέρος. Αν και στο Κρεμλίνο το αρνούνται –προφανώς για προπαγανδιστικούς λόγους- η στρατηγική στόχευση του πολέμου- ήταν μια βραχύβια επιχείρηση και όχι ένας παρατεταμένος πόλεμος φθοράς. Ποιοί είναι, όμως, οι στρατηγικοί στόχοι της Μόσχας;
Ο πολιτικός αντικειμενικός σκοπός
Ο στρατηγικός αντικειμενικός σκοπός ήταν η κατάργηση της ουκρανικής κυριαρχίας-ανεξαρτησίας με την ανατροπή της νόμιμης κυβέρνησης και την επιβολή μιας κυβέρνησης μαριονέτας. Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί είτε μέσω οικειοθελούς, λόγω αδυναμίας άσκησης καθηκόντων, αποχώρησης του Ζελένσκι, είτε δια “αποκεφαλισμού” του. Αυτό μέχρι στιγμής δεν έγινε, ωστόσο, εφικτό για μια σειρά από λόγους: Η πολυετής πριν την εισβολή προμήθευση οπλισμού στις ουκρανικές αρχές από τη Δύση, αλλά και η παρούσα μετατροπή της σύγκρουσης σε μια σύγκρουση δια αντιπροσώπου, μεταξύ των Ρώσων και των Δυτικών, αφού οι τελευταίοι εφοδιάζουν με φονικό στρατιωτικό εξοπλισμό τον ουκρανικό στρατό. Άρα λοιπόν, η επιμήκυνση της σύγκρουσης και οι μεγάλες απώλειες που επιφέρει και στους Ρώσους ωθεί την πολιτικό-στρατιωτική ηγεσία της Μόσχας σε επαναπροσδιορισμό του στρατηγικού αντικειμενικού σκοπού.
Όπως διαμορφώνονται οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, η Ρωσία στοχεύει στην δημιουργία χερσαίου διαδρόμου για να συνενώσει την Κριμαία μέσω της Μαριούπολης με τα εδάφη των αυτονομιστών στην Ανατολική Ουκρανία. Αυτός είναι και ο λόγος που εμμένει στην κατάληψη της Μαριούπολης με κάθε μέσο και αδιαφορώντας για τις συνέπειες σε ανθρωπιστικό επίπεδο. Η αποκοπή της Ουκρανίας από τη Μαύρη Θάλασσα και η διεύρυνση της ρωσικής πρόσβασης σε αυτή συγκαταλέγεται επίσης στους στρατηγικούς στόχους της Μόσχας.
Τα αίτια της σύγκρουσης
Γιατί όμως φτάσαμε σε αυτό το σημείο; Η απάντηση δεν είναι εύκολη και η υπεραπλούστευση σίγουρα δεν βοηθά στην σωστή διάγνωση των αιτίων. Θα προσπαθήσουμε όμως, με τη βοήθεια της επιστήμης των Διεθνών Σχέσεων να δούμε πως δρουν οι μεγάλες δυνάμεις όταν απειλούνται τα γεωπολιτικά-όπως αυτές τα αντιλαμβάνονται -συμφέροντα τους.
Η προσάρτηση της Κριμαίας από τον Πούτιν το 2014 ήταν η θρυαλλίδα που ξεκλείδωσε ένα λανθάνον συγκρουσιακό δυναμικό. Η Μόσχα είχε δείξει την αντίθεση της στον Νατοϊκό στρατηγικό εναγκαλισμό του πάλε ποτέ ρωσικού δυναμικού της στην Ευρασία. Οι κόκκινες γραμμές της Ρωσίας ως προς την περαιτέρω επέκταση του ΝΑΤΟ είναι δύο, η Γεωργία και η Ουκρανία. Το 2008 χρησιμοποίησε βία για να εμποδίσει την Τιφλίδα να πάρει τον έλεγχο της Απχαζίας και της Νότιας Οσετίας. Εν προκειμένω, το φλερτ Ουκρανίας-ΝΑΤΟ με όλα τα παρελκόμενα, τις πυρηνικές φιλοδοξίες του Κιέβου και την εθνοτική σύγκρουση στο Ντονπάς μεταξύ oυκρανικού στρατού και ρωσόφωνων οδήγησε στη σημερινή κατάσταση.
Παράθυρο ευκαιρίας στον ρωσικό αναθεωρητισμό και παραβίαση του διεθνούς δικαίου
Οι συμφωνίες του Μινσκ (2015-πρωτόκολλο 1 και 2) ερμηνεύθηκαν διαφορετικά από τις δυο πλευρές. Από την Μόσχα και τους ρωσοφωνους ως εφαλτήριο για διεύρυνση της αυτονομίας τους και από το Κίεβο ως το εναρκτήριο λάκτισμα που θα τους υποβοηθούσε να ανακτήσουν εκ νέου τον έλεγχο στις περιοχές αυτές. Μπορεί κάποιος να κατανοήσει καλύτερα το σκεπτικό του Πούτιν ως προς την Ουκρανία αν διαβάσει το μακροσελές άρθρο του « Επί της Ιστορικής Ενότητας Ρώσων και Ουκρανών, 12 Ιουλίου 2021»
Σε αυτό υπεισέρχεται σε μερικές εκλογικεύσεις για να δικαιολογήσει τις αναθεωρητικές του τάσεις. Π.χ. αναφερόμενους στον Στάλιν και στο τότε κομμουνιστικό καθεστώς, λέει ότι δεν πρέπει κάποιος να αποδίδει ιδιαίτερη πίστη στις συνοριακές ανακατατάξεις που έκαμαν οι Μπολσεβίκοι, καθώς αυτοί ήταν πιο ελαστικοί σε μεταβολή συνόρων αφού εμφορούνταν από τη διεθνιστική θεωρία της παγκόσμιας επανάστασης του προλεταριάτου.
Επίσης, αναφέρει ότι το ρωσικό έθνος αποτελείται από τους Λευκορώσους, τους Ουκρανούς και τους Ρώσους ως μια τριεθνική ενότητα, απόγονοι του μεσαιωνικού κράτους των Ρως ή Ρως του Κιέβου. Είναι, ωστόσο, εύλογο πως η όποια συγγένεια φύλων μέσα στην ιστορική διαχρονία, δεν νομιμοποιεί αναθεωρητικές τάσεις. Ως γνωστόν η δύναμη του εθνικισμού τον 18ο και 19ο αιώνα, αλλά και μετά την αποδόμηση της ΕΣΣΔ η επανεμφάνιση της ως «αποσχιστικός εθνικισμός» φάνηκε ιδιαίτερα ισχυρή. Συναφώς, εφόσον η μεγαλύτερη μερίδα των Ουκρανών υιοθετεί μια άλλη εθνική ταυτότητα ουδείς μπορεί να την καταπιέσει.
Στρέφοντας την προσοχή μας προς την γεωπολιτική, η θεωρία Διεθνών Σχέσεων μας λέει ότι οι μεγάλες δυνάμεις είναι ευαίσθητες σε μεταβολές κοντά στα σύνορα τους. Η Ουκρανία βρίσκεται στο μαλακό υπογάστριο της Ρωσίας, υπέχοντας θέση αμυντικής γεωπολιτικής ασπίδας. Όπως ανέφερε ο Αμερικανός διπλωμάτης και ακαδημαϊκός Ζμπίγκνιου Μπρζεζίνσκι, χωρίς την Ουκρανία η Ρωσία παύει να είναι ευρασιατική δύναμη. Και άλλοι Αμερικανοί διπλωμάτες και θεωρητικοί των διεθνών σχέσεων όπως ο Τζορτζ Κέναν, ο Κίσιντζερ και ο Μέρσχαιμερ έχουν κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου για την ευαισθησία της Ρωσίας επί τούτου.
Η πυρηνική απειλή στον ορίζοντα
Τον Οκτώβριο του 1962 η ανθρωπότητα ήρθε πολύ κοντά σε ένα πυρηνικό, ενδεχόμενα Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν οι Αμερικανοί ανακάλυψαν ότι οι Σοβιετικοί είχαν τοποθετήσει πυρηνικά όπλα στο έδαφος της Κούβας, μερικά μίλια από τις ακτές της Φλώριδας. Ο Πρόεδρος Κένεντι κήρυξε ναυτικό αποκλεισμό της Κούβας και η ανθρωπότητα παρακολουθούσε με κομμένη την ανάσα την κρίση να κλιμακώνεται στις 26 με 28 Οκτωβρίου. Παρότι οι ΗΠΑ είχαν πυρηνική υπεροπλία έναντι της ΕΣΣΔ όλοι αντιλαμβάνονταν ότι το διακύβευμα ήταν πολύ ψηλό καθώς ελλόχευε ο κίνδυνος ενός πυρηνικού ολέθρου ή «αμοιβαίας πυρηνικής καταστροφής» Τελικά, οι δυο υπερδυνάμεις υποχώρησαν, μέσω ενός αμοιβαίου συμβιβασμού, αφού ο Κρουτσόβ υποσχέθηκε ότι δεν θα εισέβαλλε στην Κούβα, απέσυρε τους πυραύλους και οι ΗΠΑ απέσυραν τους πυρηνικούς πυραύλους από την Ευρώπη. Δυστυχώς, η πυρηνική απειλή του Πούτιν προς τη ΔΥΣΗ αναβιώνει τις εφιαλτικές εκείνες στιγμές.
Άρα, λοιπόν, ένα μίγμα αναθεωρητισμού σε συνδυασμό με τις παραστάσεις απειλής που δημιούργησαν για τη Ρωσία οι κινήσεις της Νατοϊκής συμμαχίας, μας έφεραν στα σημερινά τραγικά αποτελέσματα.
Η στρατηγική του Πούτιν-Πόλεμος φθοράς
Όσον αφορά το στρατιωτικό πεδίο, ο Πούτιν αλλάζει στρατιωτική στρατηγική χρησιμοποιώντας πόλεμο φθοράς και την τακτική της εξουθένωσης. Ακολουθεί την λεγόμενη «στρατηγική κορεσμού» πλήττοντας αδιακρίτως αστικές περιοχές αδιαφορώντας για τις συνέπειες σε μια προσπάθεια να σπάσει το ηθικό των ουκρανικού λαού. H στρατιωτική σύγκρουση-όπως εξελίσσεται παρουσιάζει κάποιες ομοιότητες με τον πόλεμο της Ρωσίας εναντίον της Φινλανδίας (Νοέμβριος του 1939), ο οποίος διήρκεσε τρεισήμισι μήνες. Τότε η Ρωσία είχε βαρύτατες απώλειες (127 χιλιάδες νεκροί), αλλά στο τέλος κατάφερε να προσαρτήσει το 10 τοις εκατό του εδάφους της Φιλανδίας. Οι Φιλανδοί διεξήγαν αμυντικό πόλεμο, αφού δέχθηκαν επίθεση από τους Ρώσους, όταν αρνήθηκαν να εκχωρήσουν εδάφη και βάσεις στη Ρωσία για να προστατευτεί από ναζιστική επίθεση. Όπως φαίνεται και τώρα η ουκρανική κρίση θα κρατήσει σε χρονικό εύρος, αλλά στο τέλος ο Πούτιν θα πετύχει τους στόχους του με μεγάλο κόστος.
* Επικεφαλής ΓΕΩΠΑΜΕ-Επ. καθηγητής American College- Επιστημονικός Συνεργάτης ΚΑΝΣ Παντείου