Ο χώρος της παιδείας είναι υψίστης σημασίας για ένα κράτος, και καλό επίπεδο παιδείας προϋποθέτει τις βάσεις για ό,τι άλλο. Επομένως, οι όποιες αλλαγές εισάγονται πρέπει πρώτα να τυγχάνουν ενδελεχούς μελέτης και με ένα ανάλογο riskassessment.
Η αποτυχία για παράδειγμα του ενιαίου λυκείου δεν οφείλεται στην αποτυχία αυτού καθαυτού του συστήματος, αλλά στις συνιστώσες που το συνόδευσαν στην Κύπρο. Στην Αγγλία το ενιαίο υφίσταται ως θεσμός για δεκαετίες και λειτουργεί με ιδιαίτερη επιτυχία διότι δεν υπάρχει το συγκεντρωτικό σύστημα της Κύπρου –που οι αποφάσεις λαμβάνονται από το υπουργείο Παιδείας, αλλά εξουσία έχουν τα award bodies (OCR, Edexcel, AQA κ.λπ.) που είναι ουσιαστικά εξεταστικά σώματα. Το κατά πόσο αυτές οι παράμετροι λήφθηκαν υπόψη όταν το ενιαίο εισήχθη στην Κύπρο φαίνεται εκ του αποτελέσματος.
Ομοίως το ερώτημα που εγείρεται είναι αν οι υπεύθυνοι μελέτησαν όλα τα δεδομένα όταν αποφάσιζαν την κατάργηση ενός απαρχαιωμένου αλλά αξιοκρατικού συστήματος επετηρίδας για διορισμούς εκπαιδευτικών, και εισήγαγαν ένα σύστημα εξετάσεων. Εκ πρώτης όψεως το νέο σύστημα φαίνεται να είναι δίκαιο αφού αφενός αναγνωρίζει τα πρόσθετα προσόντα (μεταπτυχιακούς τίτλους, προϋπηρεσία κ.λπ.), και αφετέρου μέσω μιας γραπτής εξέτασης ο εκπαιδευτικός καλείται να δείξει την γνώση του αντικειμένου του.
Εντούτοις, και ιδιαίτερα στον κλάδο των φιλολόγων, έχοντας πλέον ως βάση τα αποτελέσματα του 2017, του 2019 και το κύμα απογοήτευσης του 2021, φαίνεται ξεκάθαρα ότι η συντριπτική πλειοψηφία των φιλολόγων αποτυγχάνει να πετύχει το 50% που απαιτείται ως ελάχιστη βαθμολογία σε κάθε ένα χωριστά για τα τέσσερα γνωστικά αντικείμενα: Αρχαία Ελληνικά, Λατινικά, Ιστορία και Νέα Ελληνικά. Οπόταν εδώ τίθεται ξεκάθαρα ένα ηθικό ζήτημα αφού αμφισβητείται πλέον η τεσσάρων ετών (χωρίς να λαμβάνονται υπόψη μεταπτυχιακές σπουδές) πανεπιστημιακή τους κατάρτιση.
Επί της ουσίας το νέο σύστημα εξετάσεων ακρωτηριάζει τις ελπίδες μιας ολόκληρης γενιάς, αφού δεν λαμβάνονται υπόψη σημαντικότατα δεδομένα, όπως το γεγονός ότι πολλοί από τους υποψηφίους είναι εργαζόμενοι πατέρες και μητέρες με αυξημένες οικογενειακές, επαγγελματικές και άλλες υποχρεώσεις. Άρα χωρίς τον απαιτούμενο χρόνο μελέτης τεσσάρων διαφορετικών γνωστικών αντικειμένων. Επιπρόσθετα, η ενάμιση ώρα που δίδεται ως χρόνος για την κάθε εξέταση (και λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν υπάρχει σταθερή μορφή γραπτού) δεν εξετάζει τη γνώση, αλλά το πόση γνώση μπορείς να καταγράψεις σε μικρό χρονικό διάστημα για κάθε γνωστικό αντικείμενο.
Η Κύπρος είναι σήμερα από τις λίγες χώρες που επιμένει σ’ έναν απαρχαιωμένο ρόλο «φιλολόγου-παντογνώστη», ικανού να κατέχει με απόλυτες έννοιες τα Αρχαία Ελληνικά, τα Λατινικά, την Ιστορία και τα Νέα Ελληνικά. Αλλά ως όρος ο «φιλόλογος» είναι γενικός, αόριστος και αδιευκρίνιστος. Υπάρχουν απόφοιτοι Κλασικής Φιλολογίας, Μεσαιωνικής & Νεοελληνικής Φιλολογίας, Γλωσσολογίας, Ιστορίας & Αρχαιολογίας, και Φιλοσοφίας. Αν με το νέο σύστημα εξετάσεων δεν μπορεί να γίνει ο διαχωρισμός των τεσσάρων γνωστικών αντικειμένων βάσει επιλογής ή κατάρτισης του εκπαιδευτικού, τότε γιατί να μην μπορεί να γίνει τουλάχιστον συμψηφισμός των τεσσάρων γνωστικών αντικειμένων, και όχι αποτυχία σε ολόκληρη τη διαδικασία αν ο/η υποψήφιος/α λάβει βαθμολογία λιγότερη του 50% σε ένα από τα 4 γνωστικά αντικείμενα;
Στην παρούσα φάση το σύστημα εξετάσεων αποκλείει από την όλη διαδικασία την εργαζόμενη μητέρα και τον εργαζόμενο πατέρα, αλλά επίσης και διαιωνίζει μία από τις χρόνιες παθογένειες της Μέσης Εκπαίδευσης που θέλει τον «φιλόλογο» γνώστη διαφορετικών θεματικών πεδίων.
Για χάριν της συζήτησης αξίζει να διερωτηθεί κανείς: Αν στην Αγγλία, τη Γαλλία ή τη Γερμανία υπήρχε ένα αντίστοιχο σύστημα εξετάσεων, ο καθηγητής ιστορίας ή λογοτεχνίας, θα έπρεπε να επιτύχει σε ένα διαγώνισμα-εξέταση Λατινικών; Είναι οι Λατινικές ρίζες των γλωσσών αυτών επαρκής λόγος για να τεθεί ως προϋπόθεση άσκησης του επαγγέλματος;
*Διδάκτωρ Νεοελληνικών Σπουδών