Τελευταία γίνεται πολύς λόγος για τα νομοσχέδια ενώπιον της Βουλής που όταν εγκριθούν  θα συμβάλουν στη μεταρρύθμιση της Δικαιοσύνης στη χώρα μας.

Δημοσιεύσεις σε εφημερίδες, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σχόλια από βουλευτές, δηλώσεις από την Υπουργό Δικαιοσύνης, τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο και άλλους ενδιαφερόμενους που όλοι συμφωνούν πως η ψήφιση των προτεινόμενων νομοσχεδίων θα βελτιώσει σημαντικά τον χρόνο απονομής της δικαιοσύνης αφού όπως συχνά ακούγεται «Δικαιοσύνη που καθυστερεί δεν είναι Δικαιοσύνη». Μάλιστα σε πρόσφατες δηλώσεις της στη τηλεόραση, η Υπουργός Δικαιοσύνης είπε πως θεωρεί αυτή την μεταρρύθμιση ως το καλύτερο δώρο στους πολίτες, το οποίο μάλιστα έχει καθυστερήσει πάρα πολύ. Με όλο το σέβας προς την Υπουργό, η προτεινόμενη μεταρρύθμιση δεν είναι δώρο προς τους πολίτες αλλά επιτακτική ανάγκη και υποχρέωση της κυβέρνησης προς τους πολίτες του τόπου.

Όλοι συμφωνούν πως αυτά τα νομοσχέδια είναι ένα μεγάλο βήμα προς την σωστή κατεύθυνση. Εάν πράγματι αυτά τα νομοσχέδια περάσουν από τη Βουλή, που στην πλειοψηφία της νομίζω πως αποτελείται από δικηγόρους, θα μπορούν με την εφαρμογή τους να μειώσουν δραστικά τον χρόνο απονομής της δικαιοσύνης. Αυτό όμως σίγουρα δεν είναι αρκετό για να ικανοποιήσει το περί δικαίου αίσθημα των πολιτών. Ακόμη και εάν ο χρόνος από τα 3, 4 ή και 5 χρόνια που παίρνει σήμερα μια υπόθεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο, που μπορεί ο χρόνος να είναι και σημαντικά μεγαλύτερος, μειωθεί στους 3, 4 η και 5 μήνες, το μόνο που θα πετύχει θα είναι, ελπίζω, η δραστική μείωση των δικηγορικών εξόδων που διογκώνονται από τις συνεχείς παρουσιάσεις και αναβολές που βλέπουμε σήμερα. Οι δικηγόροι βουλευτές που γνωρίζουν από προσωπική πείρα όλα αυτά τα προβλήματα γιατί δεν προχωρούν στην άμεση ψήφιση των νομοσχεδίων και γιατί παρατηρείται τόση καθυστέρηση; Ποια είναι τα «ανυπέρβλητα» προβλήματα που δικαιολογούν  αυτή την καθυστέρηση;

Όντως η «Δικαιοσύνη που καθυστερεί δεν είναι Δικαιοσύνη». Η δικαιοσύνη όμως που δεν μπορεί να εφαρμοστεί τι είναι; Σίγουρα είναι μια πολύ χειρότερη κατάσταση αφού στο τέλος μιας μακράς και δαπανηρής δικαστικής διαδικασίας ενώ ο πολίτης μπορεί να αισθάνεται δικαιωμένος από την απόφαση του δικαστηρίου, σε σύντομο χρονικό διάστημα αντιλαμβάνεται πως δεν έχει κανένα αποτελεσματικό τρόπο για να εφαρμόσει την δικαστική απόφαση. Χωρίς υπερβολή, η εφαρμογή της απόφασης του δικαστηρίου, εκτός φυσικά από τις ποινικές υποθέσεις, εξαρτάται από την καλή θέληση της άλλης πλευράς να την εφαρμόσει είτε αυτή η άλλη πλευρά είναι ένας ιδιώτης ή ακόμη χειρότερα το κράτος.

Στις περιπτώσεις όπου ένας πολίτης που διαφωνεί  με αποφάσεις κυβερνητικών τμημάτων και προσφεύγει στο δικαστήριο για επίλυση της διαφοράς του και δικαιώνεται από το δικαστήριο, δεν έχει κανένα πρακτικό τρόπο να αναγκάσει το κράτος να συμμορφωθεί με την απόφαση του δικαστηρίου. Κλασσικό παράδειγμα, και όχι μόνον, είναι οι περιπτώσεις απαλλοτριώσεων όπου το κράτος προχωρεί με την απαλλοτρίωση ακίνητης ιδιοκτησίας πολιτών αλλά πέραν από την καταβολή ενός πολύ μικρού ποσού δεν προχωρεί στην εξόφληση του υπόλοιπου ποσού της αποζημίωσης. Ο ιδιοκτήτης προσφεύγει στο δικαστήριο το οποίο τον δικαιώνει. Το κράτος αρνείται να συμμορφωθεί με την απόφαση του δικαστηρίου.  Το αποτέλεσμα ποιο είναι; Ο ιδιοκτήτης, μετά από μια συνήθως μακρά δικαστική διαδικασία, όχι μόνο δεν παίρνει το ποσό που έχει επιδικαστεί προς όφελος του, όχι μόνο πληρώνει τα δικαστικά και δικηγορικά έξοδα αφού ακόμη και όταν επιδικαστούν υπέρ του η Γενική Εισαγγελία δεν προχωρεί στην πληρωμή τους, αλλά αφού η έκταση που έχει απαλλοτριωθεί δεν έχει μεταβιβαστεί στο κράτος, αφού αυτό θα γίνει μόνο με την εξόφληση του υπολοίπου της αποζημίωσης, συνεχίζει να επιβαρύνεται κάθε χρόνο, με αποχετευτικά τέλη, με δημοτικά τέλη ακίνητης ιδιοκτησίας και μέχρι την σχετικά πρόσφατη κατάργηση της φορολογίας και με φορολογία ακίνητης ιδιοκτησίας πάνω στην αξία της έκτασης που έχει απαλλοτριωθεί και χρησιμοποιείται από το κράτος από την ημέρα απαλλοτρίωσης. Διπλό το όφελος. Για το κράτος. Διπλή και η αδικία. Για τον πολίτη.

Το κράτος που έπρεπε να είναι ο υπερασπιστής των δικαιωμάτων των πολιτών, με το να αγνοεί και να μην συμμορφώνεται με τις δικαστικές αποφάσεις εναντίον του, καταπατά βάναυσα αυτά τα δικαιώματα των πολιτών του. Μέχρι πριν λίγα χρόνια ένας πολίτης μπορούσε να ζητήσει την κατάσχεση κινητής περιουσίας του δημοσίου σε μια προσπάθεια να πιέσει τα κράτος να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του. Σίγουρα αυτή η κατάσχεση ενός αυτοκινήτου ή ενός γραφείου κτλ. σε καμία περίπτωση δεν θα ήταν αρκετή για να ξοφληθεί το εισπρακτέο ποσό που μπορεί να ανερχόταν σε μερικές δεκάδες χιλιάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ. Ήταν όμως κάποιος μοχλός πίεσης. Οι βουλευτές μας, οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι μας, αποφάσισαν εν τη σοφία τους να καταργήσουν αυτή την διάταξη.

Για όσους σπεύδουν να ισχυριστούν πως οι υποθέσεις των απαλλοτριώσεων αφορούν μόνο ένα μικρό ποσοστό πολιτών, τους «έχοντες και κατέχοντες» όπως συχνά αποκαλούνται από ορισμένους, λες και η κατοχή ακίνητης ιδιοκτησίας είναι μίασμα ή αδίκημα σε αυτό τον τόπο, ας αναλογιστούν και καθημερινές εμπορικές πρακτικές που αφορούν επιχειρήσεις μικρές και μεγάλες και ιδίως μικρομεσαίες που συχνά αναφέρονται από πολλούς ως η ραχοκοκαλιά της οικονομίας μας.

Αναλογιστείτε την περίπτωση όπου ένας πολίτης έχει να εισπράσσει  λεφτά από ένα πελάτη του ο οποίος δεν είναι συνεπής με τις υποχρεώσεις του, για να μην πω ενοίκια και επανέλθουμε στους «έχοντες και κατέχοντες», και αποφασίζει να καταφύγει στο δικαστήριο όπου δικαιώνεται και το δικαστήριο αποφασίζει ένα μηνιαίο ποσό που πρέπει να πληρώνεται μέχρι την αποπληρωμή της συνολικής οφειλής. Το άτομο που πρέπει να πληρώσει αρνείται να καταβάλει τα οφειλόμενα μηνιαία ποσά και οδηγείται και πάλι στο δικαστήριο όπου το δικαστήριο του επιβάλλει ένα μικρό πρόσθετο πρόστιμο.

Δεν μπορεί αυτός ο άνθρωπος να φυλακιστεί αφού όταν είναι στη φυλακή πως θα εργάζεται για να έχει εισοδήματα για να μπορεί να πληρώνει τα χρέη του; Ακόμη μια Ευρωπαϊκή παρακαταθήκη που ακούγεται λογική. Θα ήταν λογικό εάν ο άνθρωπος αυτός πράγματι δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να πληρώσει το χρέος. Ιδίως, αν αυτό ίσχυε για όλους όσους φυλακίζονται για χρέη που αποδεδειγμένα δεν έχουν την οικονομική ευχέρεια να πληρώσουν. Ισχύει όμως αυτή διάταξη για όλες τις περιπτώσεις ατόμων που χρωστούν λεφτά και αδυνατούν να πληρώσουν; Γιατί άτομα φυλακίζονται όταν αδυνατούν να πληρώσουν το ποσό διατροφής που ορίστηκε παλαιότερα όταν η οικονομική τους κατάσταση ήταν πολύ διαφορετική από την τρέχουσα, ή μήπως για αυτά τα άτομα δεν ισχύει η Ευρωπαϊκή οδηγία;  Άτομα που αδυνατούν να πληρώσουν τις οφειλές τους στις κοινωνικές ασφαλίσεις; Γιατί τα χρέη προς τις κοινωνικές ασφαλίσεις θεωρούνται ποινικό αδίκημα που μπορούν να τιμωρηθούν με φυλάκιση ενώ για τα άλλα χρέη προς ιδιώτες δεν ισχύει κάτι αντίστοιχο; Άλλο η διασφάλιση των εισπράξεων του κράτους και άλλο των πολιτών;

Εάν όμως κάποιος έχει αυτή την οικονομική δυνατότητα αλλά αρνείται να συμμορφωθεί; Τι μήνυμα στέλνεται στην κοινωνία από την ατιμωρησία ορισμένων που αρνούνται να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις τους και ιδίως όταν πρόκειται για το κράτος; Τι επιλογές έχουν οι πολίτες σε αυτές τις περιπτώσεις;

Μια άλλη μεγάλη αδικία που συντελείται εδώ και πολλά χρόνια και δυστυχώς διαιωνίζεται και ουσιαστικά χωρίζει τους πολίτες σε δύο κατηγορίες είναι ο νόμος για το ενοικιοστάσιο. Οι πολίτες χωρίζονται σε όσους κατέχουν ακίνητα που ενοικιάστηκαν για πρώτη φορά μέχρι το 1999 και τους υπόλοιπους όπου τα ακίνητα τους ενοικιάστηκαν μετά από αυτή την ημερομηνία. Το εκάστοτε Υπουργικό Συμβούλιο εκδίδει σε τακτά διαστήματα κανονισμούς με τους οποίους απαγορεύει την όποιαν αύξηση στο μηνιαίο ενοίκιο στα ενοικιοστασιακά ακίνητα ενώ για τα υπόλοιπα μη ενοικιοστασιακά ακίνητα ισχύουν οι πρόνοιες του συμβολαίου ενοικίασης μεταξύ του ιδιοκτήτη και του ενοικιαστή. Αυτές οι απαγορεύσεις στην αύξηση ενοικίου για ενοικιοστασιακά ακίνητα ισχύουν εδώ και πολλά-πολλά χρόνια. Γιατί; Με ποια λογική εκδίδονται αυτοί οι κανονισμοί;

Αυτοί οι ιδιοκτήτες ενοικιοστασιακών ακινήτων δεν αντιμετωπίζουν κάθε χρόνο τις ίδιες αυξήσεις στα καθημερινά τους έξοδα όπως οι υπόλοιποι πολίτες; Λόγω της ηλικίας των υποστατικών τους δεν έχουν και αυξημένα έξοδα συντήρησης και ασφάλισης αυτών των υποστατικών; Όταν σήμερα υπάρχει πληθώρα καταστημάτων και διαμερισμάτων που προσφέρονται προς ενοικίαση, γιατί εξακολουθεί να υπάρχει το ενοικιοστάσιο;

Κάποιες οργανώσεις μπορούν να ισχυριστούν πως ο θεσμός του ενοικιοστασίου προστατεύει τους καταστηματάρχες και ενοίκους κατοικιών από συνεχείς αυξήσεις ενοικίου από τους ιδιοκτήτες και πως το κράτος έχει υποχρέωση να προστατεύει όλον αυτό τον κόσμο. Τους ιδιοκτήτες όμως το κράτος δεν έχει υποχρέωση να τους προστατεύσει; Είναι πολίτες δεύτερης κατηγορίας; Είναι παιδιά ενός κατώτερου Θεού; Που είναι τα ίσα δικαιώματα όλων των πολιτών; Εάν το κράτος θέλει να προστατεύσει τους καταστηματάρχες και τους ενοίκους κατοικιών από τις αυξήσεις των ενοικίων γιατί δεν προχωρεί με την επιχορήγηση των ενοικίων για όσους κρίνει πως είναι δικαιούχοι; Γιατί μετακυλά το οικονομικό βάρος αυτής της κοινωνικής πολιτικής και υποχρέωσης του, στους ώμους μιας μερίδας ιδιοκτητών μόνον; Αφού η επιχορήγηση θα δίνεται από τα φορολογικά και άλλα έσοδα του κράτους, τότε όλοι οι πολίτες θα συμμετέχουν, αναλογικά με την συνεισφορά τους στα δημόσια οικονομικά, σε αυτή την επιβάρυνση και όχι επιλεκτικά μόνον οι ιδιοκτήτες ενοικιοστασιακών ακινήτων.

Από όλο το φάσμα των εμπορικών δραστηριοτήτων ενός επιχειρηματία γιατί μόνο το θέμα του ενοικίου ρυθμίζεται με αυτό τον άδικο τρόπο; Για όλες τις υπόλοιπες συναλλαγές ισχύουν οι συμφωνίες μεταξύ των εμπορευόμενων ενώ για το ενοίκιο η πιο σωστή και δίκαια λύση είναι ο θεσμός του ενοικιοστασίου, που ισχύει για ορισμένα μόνο ακίνητα, όπως εφαρμόζεται σήμερα στη χώρα μας; Και γιατί δεν τίθενται περιορισμοί και στις αυξήσεις όλων των άλλων αγαθών για να προστατευθούν όλοι οι πολίτες;  Κάποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι πολλοί ενδιαφέρονται για την πάταξη της «αισχροκέρδειας», άλλος δημοφιλέστατος όρος που χρησιμοποιείται κατά κόρον τελευταίως.

Η λέξη «αισχροκέρδεια» υπονοεί πως το κέρδος έχει διάφορες βαθμίδες, το χαμηλό, το επιτρεπτό, το κανονικό, το υψηλό, το υπερβολικό και τέλος το «αισχρό». Ποιος καθορίζει αυτά τα ποσοστά κέρδους σε κάθε προϊόν και σε κάθε υπηρεσία και σε κάθε τομέα της οικονομικής δραστηριότητας που επηρεάζει την καθημερινή ζωή των πολιτών; Η μήπως πρόκειται για μια ακόμη ατάκα λόγω προεκλογικής περιόδου;

Με την ίδια λογική που η κυβέρνηση δεν προχωρεί στην επιβολή μέγιστου ποσοστού κέρδους σε όλα τα προϊόντα και υπηρεσίες θα πρέπει να τερματίσει και την υφιστάμενη αδικία που προκαλείται με τον θεσμό του ενοικιοστασίου. Μήπως το ενοικιοστάσιο εξακολουθεί να ισχύει, παρά τις εκκλήσεις των επηρεαζόμενων ιδιοκτητών σε ώτα μη ακουόντων, επειδή αριθμητικά δεν αποτελούν «μετρήσιμο» εκλογικό σύνολο;

Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα με την δικαιοσύνη στο τόπο μας είναι και ο ρόλος που διαδραματίζει σήμερα η Γενική Εισαγγελία που είναι ο νομικός σύμβουλος και δικηγόρος του κράτους. Είναι λάθος η Γενική Εισαγγελία να ερμηνεύει αυτό της το ρόλο όπως ένας ιδιώτης δικηγόρος που προστατεύει τα συμφέροντα του πελάτη του. Το κράτος είναι η εκάστοτε κυβέρνηση και τα κυβερνητικά τμήματα που σκοπό έχουν να διασφαλίζουν, μεταξύ άλλων, την σωστή και δίκαιη εξυπηρέτηση των πολίτων, την ευμάρεια τους και την προστασία των δικαιωμάτων τους. Το κράτος δεν μπορεί να θεωρείται ξεχωριστή οντότητα από τους πολίτες μιας χώρας. Χωρίς πολίτες δεν υπάρχει κράτος.  Η Γενική Εισαγγελία δεν είναι σωστό να υπερβάλλει εαυτόν στην προσπάθεια της να υπερασπίσει την κυβέρνηση εναντίων ποιων,  των πολιτών του κράτους. Η Γενική Εισαγγελία πρέπει να είναι ο προστάτης της δικαιοσύνης και της σωστής εφαρμογής των νόμων. Σίγουρα υπάρχουν στη υπηρεσία άτομα με εξειδικευμένες γνώσεις και πολλά χρόνια εμπειρίας που μπορούν να ξεχωρίσουν τις υποθέσεις όπου πρέπει και έχουν υποχρέωση να προστατεύσουν την κυβέρνηση από τις όποιες τυχόν αυθαιρεσίες ή παράλογες ή παράτυπες ή και παράνομες απαιτήσεις πολιτών. Επίσης σίγουρα γνωρίζουν και ποιες κυβερνητικές αποφάσεις είναι έκδηλα αντισυνταγματικές και ποιες ενστάσεις και/ή εφέσεις καταχωρούνται από μια λανθασμένη εντύπωση/υποχρέωση υπεράσπισης της κυβέρνησης ή απλά για καθυστέρηση εφαρμογής μιας δικαστικής απόφασης εναντίον της κυβέρνησης. Η γραμμή που διαχωρίζει την μια περίπτωση από την άλλη είναι σίγουρα πολύ λεπτή αλλά υπάρχουν τα άτομα που μπορούν και πρέπει να παίρνουν αυτές τις αποφάσεις.

Οι καταχωρήσεις αχρείαστων εφέσεων επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο το ήδη φορτισμένο πρόγραμμα των δικαστηρίων, υποχρεώνει τον πολίτη σε τεράστια δικηγορικά έξοδα και καθυστερήσεις και σίγουρα δεν συμβάλλει καθόλου στην εδραίωση του περί δικαίου αισθήματος των πολιτών, ιδίως όταν ο πολίτης βλέπει την Γενική Εισαγγελία να αντιδρά με αυτό τον τρόπο. Πρέπει και η Γενική Εισαγγελία να αποδεικνύει πως είναι βασιλικότερη του βασιλέως, και έτσι να ταυτίζεται με τις τακτικές που δυστυχώς ακολουθούνται καθημερινά από πληθώρα υψηλόβαθμων και ευθυνόφοβων λειτουργών άλλων κυβερνητικών υπηρεσιών και που είναι και ο κύριος λόγος που αναγκάζει τους πολίτες να προσφεύγουν στα δικαστήρια;

Κάποιος μπορεί να ισχυριστεί πως η Γενική Εισαγγελία δεν μπορεί ταυτόχρονα να είναι υπερασπιστής του κράτους και δικαστής στην ίδια υπόθεση. Τότε ίσως να είναι επιβεβλημένη η σύσταση μιας αρχής από έγκριτους νομικούς, που δεν θα προέρχονται μόνο από τις τάξεις της Γενικής Εισαγγελίας, αλλά θα συμπεριλαμβάνει ίσως πρώην δικαστές, πρώην γενικούς Εισαγγελείς, εκπροσώπους του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, αφυπηρετήσαντες διακεκριμένους νομικούς και όσους άλλους κρίνονται ότι πληρούν τα αναγκαία προσόντα γνώσεων, πείρας, ακεραιότητας και αντικειμενικότητας, που θα μπορεί, είτε αυτεπάγγελτα είτε κατόπιν αίτησης από ενδιαφερόμενο μέρος, να εξετάζει αυτές τις περιπτώσεις και να εκδίδει κατευθυντήριες οδηγίες για την σωστή και δίκαιη εφαρμογή των νομοθεσιών και την αποφυγή αχρείαστης ταλαιπωρίας και εξόδων για τους πολίτες και την κατάχρηση δικαστικού χρόνου.

Δεν είμαι νομικός και η ποιο πάνω εισήγηση μπορεί να μην είναι δυνατό να εφαρμοστεί για λόγους που δεν έχω τις νομικές γνώσεις για να γνωρίζω. Πιστεύω όμως πως η ουσία της εισήγησης αυτής πρέπει να αντιμετωπιστεί άμεσα και θετικά από το σύνολο του νομικού κόσμου στη χώρα μας και με την συνέργεια όλων των εμπλεκομένων να βρεθεί ο σωστός μηχανισμός που να διασφαλίζει τα πιο πάνω.

Είναι πολλά τα στραβά και τα κακώς έχοντα στο τομέα της δικαιοσύνης. Για όσους πράγματι ενδιαφέρονται για την μεταρρύθμιση της δικαιοσύνης στο τόπο μας, ιδού πεδίον δόξης λαμπρό.

*Εγκεκριμένος Λογιστής.