Αν προσέξετε θα δείτε πως η σύγκριση έχει σχέση με αριθμούς και ταχύτητες. Έχει μόνο δύο φωνήεντα διαφορά από τη σύγκρουση και πολλές φορές καταλήγουν σε αυτή. Ποτέ δεν κατάλαβα πού αποσκοπεί μια σύγκριση βασισμένη σε αριθμούς, ταχύτητες και χρονικές περιόδους. Εγώ περισσότερα, εσύ λιγότερα. Εμείς γρηγορότερα, εσείς πιο αργά. Ίσως επειδή η ποσότητα, αδίκως, φαντάζει κάποτε πιο εντυπωσιακή απ’ την ποιότητα; Ίσως επειδή μεγαλώνουμε νομίζοντας ότι πρέπει να συμπληρώσουμε ένα ποσοστό κατορθωμάτων για να αποτελέσουμε το πρώτο στάδιο σύγκρισης – το παράδειγμα; Αυτό που το έχεις έτοιμο να το σερβίρεις με θράσος σε άλλους, παροτρύνοντας τους να του μοιάσουν. Δεν ξέρω ποσό συχνά συμβαίνει με την ποιότητα αυτό μα είμαι σίγουρη πως η σύγκριση είναι λάθος τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά.
Η οποιαδήποτε σύγκριση μεταξύ ανθρώπων είναι λάθος. Έχει δημιουργηθεί για να υποβιβάζει και δεν αποτελεί συστατικό καμιάς προόδου. Στα σχολεία η σύγκριση δίνει ρεσιτάλ. Ξεκινά απ’ τα θρανία και τερματίζει σε μεγαλύτερα θρανία ενηλίκων με, όπως είπαμε, μόνο δύο φωνήεντα διαφορά. Η σύγκριση γίνεται σύγκρουση κάθε μέρα για αιώνες. Δεν υπάρχει περίπτωση να μπει μαθητής σε σχολείο και να βγει χωρίς να έχει συγκριθεί με τον διπλανό του. Κι αφού διδαχτούν καλά τα παιδιά αυτή την μέθοδο, την εφαρμόζουν κι αργότερα, στην ενήλικη καθημερινή τους ζωή. Όταν ένα παιδί μικρής ηλικίας που παίρνει πάντα 100 για βαθμό, στεναχωριέται που μια φορά πήρε 99, μουτρώνει και δεν μιλά, βλέπεις την εσωτερική σύγκρουση που του έχει ήδη δημιουργηθεί. Όχι μόνο μαθαίνει να έχει τον βαρύ τίτλο του καλύτερου, έχει και ως πρώτο κίνητρο τον βαθμό.
Δεν γίνεται ένα παιδί υπόδειγμα μαθητή με περίσσια όρεξη για μάθηση, σεβασμό και πειθαρχία, να μπερδεύει την αξία του με τον αριθμό μιας κολλάς χαρτιού και να προβληματίζεται τόσο για μια μονάδα που κατέβηκε. Το εκπαιδευτικό σύστημα χρειάζεται τρόπους βαθμολογίας που αποτελούν στήριγμα και όχι κριτική. Χρειάζονται μαθήματα που να εξηγούν τον σκοπό μιας ανατροφοδότησης, να εξηγούν πως ένα διαγώνισμα δεν είναι αγώνας ταχύτητας ούτε ποσότητας. Να εξηγούν πως δεν παίρνει τρόπαιο ο παπαγάλος μιας γνώσης που τερμάτισε πρώτος. Ποιο επιτέλους είναι το κριτήριο που θα ενθαρρύνει το παιδί να μάθει, να προβληματιστεί κι όχι να μετρήσει 100 μονάδες επειδή έτσι θα νιώσει καλύτερο ή επειδή θα δωροδοκηθεί ύστερα στο σπίτι; Τα παιδιά μαθαίνουν να είναι “καλύτερα” από τον άλλον κι όχι καλύτερα για τον εαυτό τους. Μαθαίνουν να ανταγωνίζονται και όχι να συν-βαδίζουν. Μαθαίνουν να αγαπούν αθροίσματα σε ελέγχους κι όχι την πορεία μιας καλά εμπεδωμένης “εξίσωσης”. Γοητεύονται από τα αποτελέσματα χωρίς να τους νοιάζει πρώτα το υπόβαθρο ενός εκπαιδευτικού περιεχομένου. Αγωνιούν για όλα τα “συν” της πρόσθεσης που όσο τα προσθέτεις, αυτά καταλήγουν σε μονάδα. Σε ένα και μόνο ένα αποτέλεσμα μέτρησης “πρώτου και καλύτερου”.
Τα παιδιά, ειδικά στις μικρότερες τάξεις, έχουν αδιαπραγμάτευτο έδαφος αγάπης. Εκεί ξεκινούν να χτίζουν μέχρι να έρθει κάποιος να τους το χαλάσει. Θα έπρεπε στ’ αλήθεια να ναι απαγορευμένο να υιοθετούν κοινωνικά – μαθησιακά-οικογενειακά ήθη και έθιμα που τα θέλουν να μετρούν φανατικά αριθμούς για να χειροκροτηθούν ως “πρώτοι” σε βάθρα παρεξηγημένα και άδεια από μέσα.