Είναι κάποια θέματα που ενώ εμφανίζονται στην επικαιρότητα με πρωτοβουλία αρμοδίων υπουργείων, στην πορεία, ως δια μαγείας ή και αναβλητικότητας, εξαφανίζονται. Παραπέμπονται στις γνωστές ελληνικές καλένδες. Μπαίνουν στα κυβερνητικά ράφια και μαζεύουν διαρκώς σκόνη.
Είναι και κάποια άλλα θέματα που από την ημέρα που θα κατατεθούν στη Βουλή, μέχρι να ψηφισθούν σε νόμο, περνούν κάποια χρόνια, με αποτέλεσμα να «τραυματίζονται» το δίκαιο και το δημόσιο συμφέρον.
Στην πρώτη κατηγορία είναι το νομοσχέδιο που κατάθεσε το Υπουργείο Οικονομικών στη Βουλή για την ποινικοποίηση της μη καταβολής του Φόρου Εισοδήματος. Το νομοσχέδιο αυτό κατατέθηκε στη Βουλή στις 22 Ιουνίου 2020 και αποσύρθηκε γιατί αντέδρασαν κατά του περιεχομένου του δικηγόροι και λογιστές. Το Υπουργείο Οικονομικών υποσχέθηκε πως θα το επανακαταθέσει στη Βουλή αλλά έκτοτε, ούτε φωνή, ούτε ακρόαση. Για το θέμα αυτό, στις 15 Ιουλίου 2020 η ΣΕΚ δημοσίευσε στην «Εργατική Φωνή» πρωτοσέλιδο άρθρο, στο οποίο ανάμεσα σ’ άλλα τονίζονταν και τα εξής:
«Η ΣΕΚ τάσσεται ανεπιφύλακτα υπέρ κάθε μέτρου και πολιτικής που θα περιορίζει τη φοροδιαφυγή και θα ενισχύει τα δημόσια οικονομικά. Η οικονομική ευρωστία της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι στόχος αδιαπραγμάτευτος.
Η πάταξη της φοροδιαφυγής, η αύξηση της εισπραξιμότητας του κράτους και ο αποτελεσματικός φορολογικός έλεγχος πρέπει να αποτελούν ύψιστες προτεραιότητες για όλους. Η ΣΕΚ διαφωνεί έντονα με όσους επιχείρησαν στη Βουλή να τορπιλίσουν την προσπάθεια της κυβέρνησης να ποινοικοποιήσει τη μη καταβολή φόρου εισοδήματος.
Η μη πληρωμή του ΦΠΑ είναι ήδη ποινικό αδίκημα και η κυβέρνηση κατέθεσε στη Βουλή νομοσχέδιο με το οποίο καθίσταται επίσης ποινικό αδίκημα η μη πληρωμή επιβεβαιωμένου φόρου εισοδήματος.
Πρόκειται – ορθά – για μια προσπάθεια της κυβέρνησης να ευθυγραμμίσει τις δύο νομοθεσίες, ώστε να περιορισθεί η τεραστίων διαστάσεων φοροδιαφυγή που υπάρχει στην Κύπρο. Στη συζήτηση που έγινε πρόσφατα στη Βουλή (22/6/2020), δικηγόροι και λογιστές αντέδρασαν κατά του κυβερνητικού νομοσχεδίου, το οποίο φαίνεται ότι, προς το παρόν, θα παγοποιηθεί. Αυτή η παγοποίηση, που μπορεί να οδηγήσει το κυβερνητικό νομοσχέδιο στις ελληνικές καλένδες, είναι επικίνδυνη. Η κυβέρνηση, διά της πειθούς, οφείλει να πετύχει την ψήφιση του συγκεκριμένου νομοσχεδίου».
Φαίνεται πως τα πράγματα έχουν παγοποιηθεί, αφού, πιθανόν, όσοι αντιδρούν κατά του συγκεκριμένου νομοσχεδίου έχουν ίσως μεγαλύτερη δύναμη από το Υπουργείο Οικονομικών.
Η κατάσταση μισθοδοσίας
Ένα άλλο σοβαρό θέμα που επίσης χάθηκε μεσόστρατα είναι αυτό που αφορά την ενίσχυση και τροποποίηση της υφιστάμενης νομοθεσίας «περί προστασίας των μισθών», ώστε οι εργοδότες να υποχρεώνονται να δίνουν στον κάθε εργαζόμενο γραπτή ενημέρωση της κατάστασης της μισθοδοσίας του.
Στις 29 Σεπτεμβρίου 2020, το Υπουργείο Εργασίας συγκάλεσε σχετική σύσκεψη των κοινωνικών εταίρων (εργοδοτών και συντεχνιών), άκουσε τις απόψεις τους, δεσμεύτηκε πως θα προχωρήσει στην ετοιμασία σχετικού νομοσχεδίου και έκτοτε… σιωπή. Εκκωφαντική σιωπή, παρά το γεγονός ότι επίσημο κυβερνητικό έγγραφο υποστήριζε πως πρέπει να εισαχθούν στη νομοθεσία συγκεκριμένες τροποποιήσεις «που κρίθηκαν αναγκαίες ένεκα των επανειλημμένων παραβιάσεων του νόμου, οι οποίες ήταν πολύ πιο έντονες την περίοδο της πανδημίας, από τον Μάρτιο μέχρι και σήμερα».
Σε ανακοίνωσή της η ΣΕΚ, στις 7 Οκτωβρίου 2020, λίγες μέρες μετά τη σύσκεψη, υπογράμμιζε τα εξής σημαντικά:
«Μια από τις πλέον βασικές αλλαγές που πρέπει να γίνει είναι η εισαγωγή νομοθετικής πρόνοιας, ώστε οι εργοδότες να υποχρεώνονται να δίνουν γραπτή ενημέρωση της κατάστασης μισθοδοσίας στον κάθε εργαζόμενο.
Πρόκειται για μια εισήγηση που αποτελεί πάγια αξίωση της ΣΕΚ, η οποία θα βοηθήσει τόσο στην προστασία των μισθών, όσο και στην καταπολέμηση της αδήλωτης και υποδηλωμένης εργασίας, που επιβεβαιώθηκε διαρκούσης και της πανδημίας πως ζει και βασιλεύει.
Η πρακτική για νομοθετική πρόνοια για ενημέρωση των εργαζομένων για τη μισθοδοσία τους εφαρμόζεται στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, όπως είναι π.χ. Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, κλπ. Η ολική βελτίωση της υφιστάμενης νομοθεσίας θα προστατεύσει ακόμα περισσότερο τους μισθούς και θα ενισχύσει τη διαφάνεια, ενώ θα συμβάλει και στην αξιοπρέπεια στην εργασία».
Και αυτό το θέμα βρίσκεται στα αζήτητα…
Η Υπηρεσία Επιθεώρησης
Τέλος, σχετικά με θέματα που αφορούν νομοσχέδια που χρονίζουν στο Κοινοβούλιο μέχρι να ψηφισθούν σε νόμο, ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Ενιαίας Υπηρεσίας Επιθεωρητών.
Πρόκειται για την υπηρεσία που με τη σύστασή της θα έλεγχε και θα συντόνιζε 28 νομοθεσίες που αφορούν το σύνολο της αγοράς εργασίας. Το κυβερνητικό νομοσχέδιο κατατέθηκε στη Βουλή τον Ιούνιο του 2017, με την ομόφωνη και σύμφωνη γνώμη των μελών του Εργατικού Συμβουλευτικού Σώματος.
Παρά την ομοφωνία που το συνόδευε, ψηφίστηκε σε νόμο στις 3 Ιουλίου 2020. Δηλαδή, τρία και πλέον χρόνια μετά την αρχική κατάθεσή του στο Κοινοβούλιο. Αυτή η χρονολογική απόσταση από την κατάθεση στην ψήφιση ενός νομοσχεδίου δημιουργεί τεράστια προβλήματα στην αποτελεσματική και έγκαιρη «θεραπεία» των διαφόρων προβλημάτων.
* Υπεύθυνος του Τμήματος Οικονομικών Μελετών της ΣΕΚ.