Οι «αρνητές ψήφου» ή, στην αρχαιότητα οι «διαδρασιπολίται», είναι οι πολίτες που, αν και έχουν δικαίωμα ψήφου ως μέλη του εκλογικού σώματος, αρνούνται να το ασκήσουν και, επομένως, αρνούνται να συμμετέχουν στα κοινά. Δυστυχώς, δεν αντιλαμβάνονται ότι εκείνο που αρνούνται να ασκήσουν δεν είναι απλώς οποιοδήποτε συνηθισμένο ατομικό δικαίωμα, αλλά το ιερό δημόσιο δικαίωμα και καθήκον να ψηφίζουν, στο οποίο στηρίζεται το βάθρο της Δημοκρατίας. Στην ουσία, αρνούνται την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, από την οποία πηγάζουν όλα τα δημοκρατικά πολιτεύματα. Αρνούνται το μοναδικό τους δικαίωμα να έχουν λόγο στην εκλογή των αντιπροσώπων τους στην Κυβέρνηση, μέσω της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, στην νομοθετική εξουσία, μέσω της εκλογής των βουλευτών, και στην τοπική διοίκηση, μέσω της εκλογής των δημάρχων, κοινοταρχών και συμβούλων. Ειρήσθω εν παρόδω, ότι στην μόνη εξουσία που δεν εκλέγονται αντιπρόσωποι στην Κύπρο είναι στην δικαστική εξουσία, ενώ σε ορισμένες άλλες χώρες, όπως για παράδειγμα στις Η.Π.Α., εκλέγονται τόσο οι δικαστές όσο και οι εισαγγελείς.

Οι αρνητές ψήφου παραγνωρίζουν τη σημασία του δικαιώματος ψήφου και το απεμπολούν «ελαφρά τη καρδία», ενώ για την απόκτησή του έγιναν διαχρονικά τόσοι αγώνες, με αποκορύφωμα τον αγώνα για την απόκτηση δικαιώματος ψήφου από τις γυναίκες. Ατυχώς, οι τελευταίες δεν είχαν όλες συνειδητοποιήσει από την αρχή ότι μπορούσαν να ασκήσουν το δικαίωμα αυτό ελεύθερα και ανεξάρτητα από την βούληση των συζύγων τους. Κι’ αν καμιά σήκωνε κεφάλι στο παρελθόν για να ψηφίσει άλλο υποψήφιο από τον εκλεκτό του συζύγου της, ο σύζυγος την πλάκωνε στο ξύλο κι’ έκανε το δικό του. Ίσως, μερικοί να το κάνουν μέχρι σήμερα, αν και τώρα ευτυχώς η ψήφος είναι μυστική.

Κοντά στους αρνητές ψήφου είναι και εκείνοι που είναι απλώς αδιάφοροι. Και οι μεν και οι δε ανεβάζουν κάποτε τον πήχυ της αποχής από την ψηφοφορία σε αρκετά υπολογίσιμο ύψος, σε βαθμό που να δημιουργούνται στρεβλώσεις στο εκλογικό αποτέλεσμα. Κι’ ύστερα, οι ίδιοι παραπονούνται πως δεν εκλέγονται οι καλύτεροι υποψήφιοι. Ε, σηκωθείτε λοιπόν άνθρωποί μου, πηγαίνετε να ψηφίσετε εσείς τους καλύτερους…

Το ότι σταδιακά ατόνησε και τελικά καταργήθηκε η υποχρεωτική ψηφοφορία δεν σημαίνει ότι καταργήθηκε και το αντίστοιχο καθήκον που μας επιβάλλεται από την ιδιότητα του πολίτη της χώρας μας.

Στην Αθηναϊκή Δημοκρατία, σύμφωνα με τηνΣολώνεια νομοθεσία, ο πολίτης ώφειλε να λάβει θέση και να ψηφίσει σε οποιαδήποτε πολιτική διαφορά. Οι «διαδρασιπολίται», δηλαδή οι πολίτες που δεν εκπληρούσαν τις υποχρεώσεις τους προς την Αθηναϊκή Δημοκρατία και, ιδιαιτέρως, εκείνοι που δεν πήγαιναν να παραστούν εγκαίρως στην Εκκλησία του Δήμου για να ψηφίσουν, εθίγονταν με το «σχοινίον το μεμιλτωμένον» και ετιμωρούνταν. Ο Αριστοφάνης (βλ. στίχους 20 επ. των Αχαρνών) περιγράφει ένα τύπο που, από τον φόβο του μήπως θιγεί από το «σχοινίον το μεμιλτωμένον»και τιμωρηθεί, βρισκόταν από την αυγή στην Πνύκα για να παραστεί στην Εκκλησία του Δήμου! (βλ. Κρίτωνος Γ. Τορναρίτη «Το Εκλογικό Σώμα σαν «Όργανο του Κράτους», μελέτη, Λευκωσία 1981).

Εύχομαι όπως οι πολιτικοί του τόπου μας αναλάβουν εγκαίρως, αρκετά πριν από τις επερχόμενες Προεδρικές εκλογές, να διαπαιδαγωγήσουν κατάλληλα τους πολίτες της χώρας μας, και ιδιαιτέρως τους νέους ψηφοφόρους, ώστε κατά τις εκλογές αυτές να μην παρατηρηθεί ξανά το φαινόμενο της αποχής από την ψηφοφορία, ή τουλάχιστον τούτο να μειωθεί αισθητά και να μην υπάρχουν πλέον ή να είναι ελάχιστοι οι «αρνητές ψήφου» ή οι «διαδρασιπολίται». Τότε μόνον θα αρχίσουμε να κάνουμε βήματα προς ένα ώριμο εκλογικό σώμα, το οποίο, μετά από εξηνταδύο χρόνια ανεξαρτησίας της χώρας μας, βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα, ελέω πολιτικών κομμάτων.

*Δικηγόρος, πρώην Εισαγγελέας της Δημοκρατίας.