Τον Ιούνιο του 2021 δόθηκε το πράσινο φως για τη μεγαλύτερη μεταρρύθμιση του Αγροτικού Τομέα, από το 1990, στην Ευρωπαϊκή Ενωση (ΕΕ), από τους Υπουργούς Γεωργίας των 27 κρατών-μελών στο πλαίσιο του Συμβουλίου Γεωργίας και Αλιείας της ΕΕ, προσυπογράφοντας τη Συμφωνία για τη νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) μετά το 2020. Στα πλαίσια αυτού του φιλόδοξου έργου, το συνολικό ποσό που θα κατανεμηθεί στην Κύπρο την περίοδο 2023-2027 ανέρχεται σε 380 εκ. ευρώ, στο οποίο θα προστεθεί η εθνική συνεισφορά, ύψους 86 εκ. ευρώ. Στα ποσά αυτά, προστίθενται ακόμη 202 εκατομμύρια ευρώ για τη μεταβατική περίοδο 2021-2022, ανεβάζοντας το σύνολο του ποσού που θα κατανεμηθεί στην Κύπρο, σε 668 εκατομμύρια ευρώ.
Η Ομοσπονδία Εργοδοτών & Βιομηχάνων (ΟΕΒ) παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στον τομέα και έχει προχωρήσει με τη σύσταση Επιτροπής Πρωτογενούς Τομέα, η οποία απαρτίζεται από εκπροσώπους επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται άμεσα ή έμμεσα γύρω από το πεδίο αυτό, με απώτερο στόχο, πέραν της ενημέρωσης, την καταγραφή των αναγκών και την υποβολή εισηγήσεων στα αρμόδια υπουργεία.
Όπως εκτιμάται, η νέα ΚΑΠ θα διασφαλίζει τη δικαιότερη κατανομή στήριξης, ιδίως προς τις μικρές και μεσαίες οικογενειακές γεωργικές εκμεταλλεύσεις, που είναι και η πλειονότητα των καλλιεργιών στην Κύπρο και θα προσφέρει νέες ευκαιρίες για τους νέους γεωργούς. Παράλληλα, η συμφωνία ανοίγει τον δρόμο για μια πιο πράσινη, πιο δίκαιη και πιο ευέλικτη ΚΓΠ, η οποία συνάδει απόλυτα με τις ευρύτερες πολιτικές της ΕΕ και ιδιαίτερα την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία και την Πολιτική «Από το Αγρόκτημα στο Πιάτο».
Η τρέχουσα συνεισφορά του πρωτογενούς τομέα στο ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εγχώριο Προιόν) ανέρχεται περίπου στο 2% της κυπριακής οικονομίας και το νησί βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην εισαγωγή βρώσιμων βασικών αγαθών που προορίζονται για την επιβίωση των κατοίκων και των επισκεπτών. Ωστόσο, η πανδημία ανέδειξε τη σπουδαιότητα να μπορεί ένα κράτος να είναι αυτάρκες ή να μπορεί να ανταπεξέλθει στις βασικές προτεραιότητές του, σε περιόδους κρίσεων και, αυτή τη φορά, πρέπει να επέλθει ένας μακροπρόθεσμος προγραμματισμός, που θα αποβλέπει προς αυτό τον ορίζοντα. Οι συνεχείς αυξήσεις των πρώτων υλών, οι αυξήσεις των ναυτιλιακών καυσίμων και κατ’ επέκταση των ναύλων, όπως επίσης και οι αυξήσεις στους φόρους εκπομπών αερίων, θα καταστήσουν σταδιακά το κόστος εισαγωγών ασύμφορο.
Επομένως, είναι λοιπόν πιο επιτατική από ποτέ η ανάγκη προώθησης ενός έξυπνου, ανθεκτικού και διαφοροποιημένου γεωργικού τομέα που θα διασφαλίζει την επισιτιστική ασφάλεια στο νησί. Καθώς το 56% των γεωργικών εκμεταλλεύσεων στην Κύπρο είναι πολύ μικρές, είναι δύσκολο να επιτευχθούν οικονομίες κλίμακας. Ωστόσο, υπάρχει μεγάλη δυνατότητα προόδου στον τομέα μέσω της ενδυνάμωσης της συνεργασίας των αγροτών, ώστε να μπορούν να αυξήσουν τη διαπραγματευτική τους δύναμη, να μειώσουν τα γενικά τους έξοδα και να ενισχύσουν τα κέρδη τους. Παράλληλα, ανάμεσα στις συστάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη βελτίωση της βιωσιμότητας των μικρότερων εκμεταλλεύσεων και των εκμεταλλεύσεων που βρίσκονται σε περιοχές που αντιμετωπίζουν φυσικούς περιορισμούς, είναι η προώθηση της βιολογικής καλλιέργειας και η υιοθέτηση Ευρωπαϊκών Προτύπων Ποιότητας που διασφαλίζουν πρόσβαση σε πιο εξειδικευμένες αγορές (niche markets).
Στα πλαίσια προσπάθειας ενίσχυσης της προστασίας του περιβάλλοντος και της δράσης για το κλίμα, η Κύπρος θα πρέπει να συμβάλει στην επίτευξη των περιβαλλοντικών και κλιματικών στόχων της Ένωσης, οι οποίοι για τον Αγροτικό Τομέα προβλέπουν αύξηση της βιώσιμης παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας από γεωργικά απόβλητα και υποπροϊόντα, ενώ ενθαρρύνεται ταυτόχρονα η χρήση ηλιακής και αιολικής ενέργειας για την εύρυθμη λειτουργία των επιχειρήσεων. Ο αγροτικός τομέας, μεταξύ άλλων, θα κληθεί επίσης να συμβάλει στον στόχο της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, μέσω της μείωσης των απωλειών θρεπτικών συστατικών (άζωτο, φωσφόρος) και στον στόχο της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας για τα χαρακτηριστικά του αγροτικού τοπίου, τη βελτίωση της βιώσιμης χρήσης νερού, τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και την αύξηση των απορροφήσεων διοξειδίου του άνθρακα.
Για να υποστηριχθεί και να εδραιωθεί η νέα Γεωργική Πολιτική, επιβάλλεται ενίσχυση του κοινωνικοοικονομικού ιστού των αγροτικών περιοχών και αντιμετώπιση των κοινωνικών ζητημάτων που τον περιβάλλουν. Έτσι, προωθείται ένας στρατηγικός σχεδιασμός ενθάρρυνσης επενδύσεων σε οικονομικές και κοινωνικές υποδομές στην ύπαιθρο, που θα προωθούν την παραμονή των ατόμων που θα επιλέξουν να ασχοληθούν με τον αγροτικό τομέα. Επιπρόσθετα, θα ενισχυθούν οι προσπάθειες μείωσης των ποσοτήτων και των κινδύνων των πλέον επικίνδυνων χρησιμοποιούμενων φυτοφαρμάκων και αντιμικροβιακών και θα προωθηθεί η βιώσιμη χρήση τους, θα προωθηθεί η καλή διαβίωση των ζώων και η ανανέωση των γενεών στη γεωργία.
Τέλος, αναμένεται περαιτέρω ενίσχυση των συστημάτων Γεωργικής Γνώσης και Καινοτομίας (AKIS – Agricultural Knowledge & Innovation Systems), που στοχεύουν στην ανταλλαγή γνώσεων, τους τρόπους δηλαδή με τους οποίους τα άτομα και οι οργανισμοί αλληλεπιδρούν στο πλαίσιο μιας χώρας ή μιας περιφέρειας, προκειμένου να γίνουν επενδύσιες σε μια πιο έξυπνη, ψηφιακή και πράσινη μετάβαση του γεωργικού τομέα.
Η Ομοσπονδία Εργοδοτών & Βιομηχάνων επιβραβεύει και ενθαρρύνει την προώθηση των πιο πάνω εισηγήσεων, παρόλο που η μετάβαση προς τα νέα μοντέλα γεωργικής παραγωγής δεν προβλέπεται να είναι εύκολη. Η εν λόγω προσπάθεια προϋποθέτει σημαντικό κόστος και επενδύσεις, που θα κληθούν να αναλάβουν όχι μόνο οι γεωργοί και οι κτηνοτρόφοι αλλά και η ευρύτερη οικονομία που υποστηρίζει τη λειτουργία του συστήματος (προμηθευτές, μεταφορείς, καταναλωτές, κτλ.). Παράλληλα, η ενίσχυση του κοινωνικοοικονομικού ιστού των αγροτικών περιοχών θα δώσει ώθηση και σε άλλους τομείς της οικονομίας όπως είναι οι κατασκευές, ο αγροτουρισμός, το λιανικό εμπόριο, ο τομέας της εκπαίδευσης και της υγείας κτλ. Επομένως, θα πρέπει ο στρατηγικός σχεδιασμός για την Κοινή Αγροτική Πολιτική να λαμβάνει υπόψη την απορρόφηση του επιπρόσθετου κόστους που θα επωμιστούν οι εκπρόσωποι του αγροτικού τομέα και οι συνεργάτες τους και, ταυτόχρονα, να διασφαλιστεί ότι τα σχέδια χορηγιών που θα ανακοινωθούν τα επόμενα χρόνια, θα είναι δομημένα κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην αποτελέσουν τροχοπέδη για την ανάπτυξη των επενδύσεων (δικλείδες διεκδίκησης κονδυλίων).
Κλείνοντας, αξίζει να σημειωθεί ότι η προσπάθεια στήριξης εκ μέρους της πολιτείας δεν έγκειται μόνο στα όρια των παραγώγων του πρωτογενούς τομέα, αλλά και της μεταποίησης αυτών. Έτσι, αναμένεται εντός των επόμενων μηνών να προκηρυχθεί το Σχέδιο Χορηγιών για τη Δημιουργία, Εκσυγχρονισμό και Ψηφιακή Αναβάθμιση Μονάδων Μεταποίησης ή/ και Εμπορίας Γεωργικών Προϊόντων, την ευθύνη της διαχείρισης και εφαρμογής του οποίου θα έχει το Υπουργείο Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας. Σκοπός του Σχεδίου είναι η στήριξη των υφιστάμενων και νέων επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στη μεταποίηση ή/ και εμπορία γεωργικών προϊόντων και θα αποβλέπει ειδικότερα στην:
Aναβάθμιση ή/και δημιουργία σύγχρονων μονάδων μεταποίησης ή/και εμπορίας γεωργικών προϊόντων.
Aύξηση του αριθμού των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που χρησιμοποιούν τεχνολογίες πληροφορίας και επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένου του ηλεκτρονικού εμπορίου.
Aνάπτυξη νέων προϊόντων με υψηλή προστιθέμενη αξία.
Aνάπτυξη νέων επεξεργασιών και η εφαρμογή τεχνολογιών που συνδέονται με τα προϊόντα αυτά και η προώθηση καινοτόμων επενδύσεων.
Aξιοποίηση πρώτων υλών γεωργικής προέλευσης, αξιοποιώντας πρωτίστως την ντόπια παραγωγή.
Διατήρηση και προώθηση παραδοσιακών και βιολογικών προϊόντων.
Δημιουργία νέων θέσεων εργασίας ειδικότερα στις αγροτικές περιοχές.
* Επικεφαλής Γραφείου ΟΕΒ Λεμεσού-Πάφου