Σύμφωνα με νομολογία που καθιέρωσε διαχρονικά το ΕΔΑΔ, η έννοια της περιουσίας και του δικαιώματος στην περιουσία και ιδιοκτησία αφορά τόσο την υφιστάμενη περιουσία που ανήκει σε κάποιο πρόσωπο, όσο και σε περιουσιακές αξίες, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων, για την απόκτηση ή ικανοποίηση των οποίων μπορεί κάποιος να υποστηρίξει ότι έχει τουλάχιστον μια «εύλογη» ή «θεμιτή προσδοκία».

Ειδικότερα σύμφωνα με το ΕΔΑΔ, μια τέτοια προσδοκία είναι θεμιτή εφόσον αυτή βασίζεται είτε σε σχετική νομοθετική διάταξη, είτε σε προηγούμενη πράξη ή ενέργεια δημόσιας αρχής, ως προς το επίμαχο σχετικό περιουσιακό συμφέρον.

Επίσης, μια απαίτηση οικονομικού περιεχομένου μπορεί να θεωρηθεί ως περιουσιακή αξία και να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο μέτρο που το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους του Συμβουλίου της Ευρώπης παρέχει επαρκές έρεισμα για την ικανοποίησή της.

Κάτι τέτοιο ισχύει, για παράδειγμα, όταν μια τέτοια αξίωση έχει στερεή βάση σε σχετική νομοθετική πρόβλεψη ή όταν υπάρχει σχετική πάγια νομολογία, που την ικανοποιεί.

Όπως έχει αποφανθεί το ΕΔΑΔ σε πάγια νομολογία του, το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δηλαδή το δικαίωμα στην περιουσία, περιλαμβάνει τρεις βασικούς κανόνες:

Ο πρώτος, που ορίζεται στην πρώτη πρόταση της πρώτης παραγράφου, είναι γενικού χαρακτήρα και διατυπώνει την αρχή της ειρηνικής απόλαυσης της ιδιοκτησίας, ο δεύτερος, που περιέχεται στη δεύτερη πρόταση της πρώτης παραγράφου, καλύπτει τη στέρηση της ιδιοκτησίας που υπόκειται σε ορισμένες προϋποθέσεις και ο τρίτος κανόνας, που αναφέρεται στη δεύτερη παράγραφο, αναγνωρίζει ότι τα συμβαλλόμενα κράτη δικαιούνται, μεταξύ άλλων, να ελέγχουν τη χρήση της ιδιοκτησίας σύμφωνα με το γενικό συμφέρον.

Οι τρεις κανόνες, ωστόσο, δεν είναι διακριτοί, με την έννοια ότι είναι ασύνδετοι. Ο δεύτερος και ο τρίτος κανόνας αφορούν ειδικές περιπτώσεις παρέμβασης στο δικαίωμα στην ειρηνική απόλαυση της ιδιοκτησίας και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να ερμηνεύονται υπό το φως της γενικής αρχής που διατυπώνεται στον πρώτο κανόνα.

Το ΕΔΑΔ σε πάρα πολλές αποφάσεις του έχει εμφατικά αποφανθεί ότι η πραγματική, αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος που προστατεύεται από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, δεν εξαρτάται απλά από την υποχρέωση του κράτους να μην παρεμβαίνει, αλλά μπορεί να απαιτεί θετικά μέτρα προστασίας, ιδίως όταν υπάρχει άμεση σύνδεση μεταξύ των μέτρων που μπορεί να αναμένει κάποιος πολίτης από τις αρχές και της πραγματικής απόλαυσης της περιουσίας του.

 

Η υπόθεση της Κροατίας

Στην απόφαση του ΕΔΑΔ Dabić κατά Κροατίας, 18/03/2021, το Δικαστήριο εξέτασε υπόθεση που αφορούσε δέσμευση της οικίας του προσφεύγοντος από το κράτος και χρήση της για στέγαση προσφύγων, κατά τη διάρκεια της οποίας προκλήθηκαν ζημιές στην οικία και κλάπηκαν αντικείμενα.

Το ΕΔΑΔ επισήμανε ότι βάσει της εγχώριας νομοθεσίας για την προσωρινή δέσμευση της περιουσίας ήταν και η προστασία και η διατήρησή της. Το κράτος ήταν εκείνο που αρχικά δέσμευσε την οικία του προσφεύγοντος για τις δικές του ανάγκες σχετικά με την παροχή στέγης σε πρόσφυγες. Το Δημόσιο παραχώρησε την κατασχεθείσα περιουσία του προσφεύγοντος χωρίς τη συγκατάθεσή του για προσωρινή χρήση σε πρόσφυγες οι οποίοι της προκάλεσαν ζημιές. Έτσι, οι εν λόγω ζημίες δεν μπορούσαν να αποσυνδεθούν από την κρατική παρέμβαση, δηλαδή από την αρχική δέσμευση της περιουσίας του προσφεύγοντος.

Κατά το ΕΔΑΔ, όταν οι αρχές δεσμεύουν περιουσία, αναλαμβάνουν επίσης καθήκον φροντίδας για αυτήν και ευθύνονται για τις ζημίες ή και την απώλεια περιουσιακών στοιχείων. Κατά τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων, οι αρχές οφείλουν όχι μόνο να λαμβάνουν τα εύλογα μέτρα που απαιτούνται για τη συντήρησή τους, αλλά και η εθνική νομοθεσία πρέπει επίσης να προβλέπει δυνατότητα να κινηθεί διαδικασία κατά του κράτους προκειμένου να αποζημιωθεί ο ιδιοκτήτης για τη ζημία που υπέστη.

Το ΕΔΑΔ στη συγκεκριμένη υπόθεση διαπίστωσε παραβίαση της ειρηνικής απόλαυσης της περιουσίας του προσφεύγοντος.

 

Η απαλλοτρίωση

Το ΕΔΑΔ έχει επανειλημμένως αποφανθεί επίσης ότι η στέρηση της ιδιοκτησίας ιδίως μέσω απαλλοτρίωσης μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο εάν αποδειχθεί, μεταξύ άλλων, ότι είναι «για το δημόσιο συμφέρον» και «υπόκειται στις προϋποθέσεις που προβλέπει ο νόμος». Οποιαδήποτε παρέμβαση στην ιδιοκτησία πρέπει επίσης να πληροί την απαίτηση της αρχής της αναλογικότητας.

Σύμφωνα με νομολογία του ΕΔΑΔ όταν η ιδιοκτησία ενός προσώπου είναι το «αντικείμενο» απαλλοτρίωσης, πρέπει να εφαρμόζεται μια διαδικασία που να παρέχει μια συνολική αξιολόγηση των συνεπειών της, συμπεριλαμβανομένης της χορήγησης «αποζημίωσης» σε σχέση με την αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, τον προσδιορισμό των προσώπων που δικαιούνται αποζημίωση και άλλα θέματα που σχετίζονται με την απαλλοτρίωση, συμπεριλαμβανομένων των νομικών εξόδων.

Το ΕΔΑΔ έχει καθορίσει την υποχρέωση επίτευξης μιας δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των απαιτήσεων του κοινωνικού συμφέροντος και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου, ενώ η αναζήτηση μιας τέτοιας δίκαιης ισορροπίας είναι εγγενής στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

 

Η υπόθεση της Μάλτας

Στην υπόθεση Carmelina Micallef κατά Μάλτας, 28/10/2021, η προσφεύγουσα στερήθηκε την ιδιοκτησία της λόγω απαλλοτρίωσης και της επιδικάστηκε ένα ευτελές ποσό αποζημίωσης 1.398 ευρώ παρά του ότι η εμπορική αξία του ακινήτου όπως εκτιμήθηκε από πραγματογνώμονα, ανέρχονταν στο ποσό των 60.000 ευρώ.

Το ΕΔΑΔ διαπίστωσε ότι η αποζημίωση που επιδικάστηκε στην προσφεύγουσα ανέρχονταν σε λιγότερο από το 2,5 % της εμπορικής αξίας του ακινήτου και, ως εκ τούτου, ήταν προδήλως δυσανάλογη. Έκρινε ομόφωνα ότι η Μάλτα δεν κατάφερε να επιτύχει την απαιτούμενη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των γενικών συμφερόντων της κοινότητας και της προστασίας του δικαιώματος ιδιοκτησίας της προσφεύγουσας, κατά συνέπεια παραβιάστηκε το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου.

Το ΕΔΑΔ σημείωσε ότι δεν αμφισβητήθηκε ότι η απαλλοτρίωση ήταν νόμιμη και προς το δημόσιο συμφέρον. Αυτό που παρέμεινε επομένως να καθοριστεί ήταν εάν η αποζημίωση ήταν ανάλογη. Το ΕΔΑΔ παρατήρησε ότι, σύμφωνα με το νόμο, για τη στέρηση της περιουσίας της το 2010, η αποζημίωση που της επιδικάστηκε ήταν βάσει υπολογισμού που προέρχεται από την αξία μίσθωσης του ακινήτου το 1939. Την ίδια χρονιά, σύμφωνα με τους διορισμένους από το δικαστήριο πραγματογνώμονες η αξία του ακινήτου ανέρχονταν περίπου στο ποσό των 60.000 ευρώ. Η αποτίμηση βασίστηκε στο αποτύπωμα του κτιρίου που κατεδαφίστηκε παράνομα από το Δημόσιο και όχι στη νεόδμητη κατασκευή. Έτσι, η αποζημίωση που επιδικάστηκε ανέρχονταν σε λιγότερο από 2,5% της εμπορικής αξίας και ως εκ τούτου ήταν προδήλως δυσανάλογη. Το ΕΔΑΔ αποκατέστησε την αδικία και επιδίκασε 57.000 ευρώ για αποζημίωση και 8.000 ευρώ για ηθική βλάβη και έξοδα.

* Advocates-Legal Consultants