Το προτεινόμενο νομοσχέδιο «Ο περί Επικίνδυνων Μολυσματικών Ασθενειών Νόμος του 2021» επιτάσσει μια ολιστική αξιολόγηση των συνεπειών μιας πιθανής επικύρωσής του υπό την παρούσα μορφή από την Βουλή των Αντιπροσώπων. Το νομοσχέδιο αφενός υποδηλώνει μια πρόθεση επικαιροποίησης του Νομοθετικού Πλαισίου όπως καθοριζόταν από τον περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμο. Η πρόθεση επικαιροποίησης είναι όντως ενθαρρυντική καθώς είχε επισημανθεί κατ’ επανάληψη ότι η πολιτική των διαταγμάτων που ακολουθήθηκε ήταν κατά καιρούς ίσως ελλιπούς λογοδοσίας, άνευ επαρκούς αιτιολογήσεως και επομένως ενδεικτική ενός πιθανού δημοκρατικού ελλείμματος. Η κατεύθυνση επικαιροποίησης του νομοθετικού πλαισίου θα ήταν ιδιαίτερα ευπρόσδεκτη εάν οικοδομούσε μια υγιέστερη σχέση λογοδοσίας, διαφάνειας και δημοκρατικής πειθούς επί τη βάσει της πολιτικής αναλογικότητας. Εν τούτοις, η κατεύθυνση επικαιροποίησης στην παρούσα μορφή του προτεινόμενου νόμου χρήζει επανεξέτασης καθώς δημιουργεί περιθώρια κατάχρησης με πιθανό επακόλουθο την υπόσκαψη της ευρύτερης συνταγματικής λειτουργίας.

Σημείο αφετηρίας για το προαναφερθέν επακόλουθο αποτελεί η πρόβλεψη από σωρεία έγκριτων επιστημόνων ότι ο covid-19 ίσως ήρθε για να μείνει. Η διάρκεια της παραμονής του ιού στην κοινότητα παρατείνει και το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η εκτελεστική εξουσία δύναται να ενεργοποιήσει τον προτεινόμενο νόμο. Ομολογουμένως, ο νόμος παρέχει δυνατότητες στην εκτελεστική εξουσία να δράσει αποφασιστικά με ένα τεράστιο εύρος ευελιξίας για την καταπολέμηση ή την πρόληψη της οποιασδήποτε επικίνδυνης μολυσματικής ασθένειας. Τέτοιες δυνατότητες δύνανται να υπάρχουν για την εκτελεστική εξουσία καθώς η αποφασιστικότητα και η ταχύτητα λήψης μέτρων μπορεί να αποβεί καθοριστική για μια επιτυχή αντιμετώπιση. Ως εκ τούτου ένα επικαιροποιημένο νομοσχέδιο κρίνεται ως αναγκαίο καθώς η αποτελεσματική προστασία της δημόσια υγείας αποτελεί υψίστης σημασίας καθήκον για τη δημοκρατία μας. Εν τούτοις, η έλλειψη ασφαλιστικών δικλείδων εγκυμονεί κινδύνους.

Αρχικά σημειώνεται πως ο ρόλος της Βουλής των Αντιπροσώπων μπορεί να χαρακτηριστεί ως πενιχρός καθώς δεν χρειάζεται η συναίνεση της στην ενεργοποίηση του Νόμου κατόπιν υπερψήφισης. Επιπρόσθετα η εκτελεστική εξουσία θα δύναται να καθορίσει σωρεία απαγορευτικών ή/και περιοριστικών μέτρων βάσει της παρούσας μορφής του νομοσχεδίου. Αυτό σε συνδυασμό με την απουσία δυνατότητας αναστολής ή συναίνεσης της Βουλής σε παράταση τέτοιων δυνατοτήτων για την εκτελεστική εξουσία δημιουργεί την πιθανότητα για μια επί μακρόν διακυβέρνησης μέσω διαταγμάτων. Αυτό το σενάριο διαστρεβλώνει τους υπάρχοντες μηχανισμούς ελέγχου και λογοδοσίας μεταξύ εξουσιών δημιουργώντας καταχρηστικά περιθώρια δημοκρατικών ελλειμάτων καθώς και διαφθοράς. Προτείνεται επομένως η κατάθεση μιας διπλής ασφαλιστικής δικλείδας στο νομοσχέδιο αποσκοπώντας στην εξισορρόπηση της ανάγκης για προστασία της δημόσιας υγείας με τον κίνδυνο κατάχρησης των δυνατοτήτων που παρέχονται στην εκτελεστική εξουσία. Πρώτο μέρος αποτελεί η ενεργοποίηση των δυνατοτήτων που παρέχει το νομοσχέδιο στην Εκτελεστική εξουσία  κατόπιν εγκρίσεως από την Βουλή των Αντιπροσώπων. Δεύτερο μέρος αποτελεί η θεσμοθέτηση δικαιώματος διακοπής των εν λόγω δυνατοτήτων από την Βουλή. Η ανάγκη για αυτή την ασφαλιστική δικλείδα μπορεί να γίνει κατανοητή μετά από εξέταση ολόκληρου του νομοσχεδίου και ιδιαιτέρως ορισμένων σημείων.

Βάσει του 3(1)(ιβ), η Κυβέρνηση δύναται να περιορίσει σημαντικά την άσκηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων χωρίς να υποχρεούται από το νομοσχέδιο να προβεί σε οποιανδήποτε τεκμηρίωση. Το αίτημα για προσωρινό περιορισμό ανθρωπίνων δικαιωμάτων χρειάζεται να τεκμηριώνεται με την επιστράτευση όλων των επιστημονικών δεδομένων στον βέλτιστο βαθμό. Πρωτίστως, οφείλει να πείθει και να συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας. Προτείνεται επομένως η κατάθεση επιδημιολογικών αναλύσεων, κατατοπιστικές για τα μέτρα και ιδανικά εδραζόμενες επί τη βάσει της αιτιώδους συνάφειας. Το σκεπτικό κόστους-οφέλους θα μπορούσε να καταστεί ουσιαστικότερο λαμβάνοντας υπόψη και την κοινωνικοοικονομική κατάσταση της πολιτείας. Εξίσου σημαντική είναι η δημοσιοποίηση των πρακτικών από συνεδρίες της επιδημιολογικής ομάδας με την εκτελεστική εξουσία. Ένας μηχανισμός συνεχούς αξιολόγησης της όποιας τεκμηρίωσης καθώς και της αποτελεσματικότητας των όποιων μέτρων θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμος.

Πέραν του 3(1)(ιβ), το μέρος 3(1)(ιστ) νομιμοποιεί την «επιβολή υποχρέωσης για τήρηση κατευθυντηρίων οδηγιών ασφαλείας» χωρίς να οριοθετείται το εύρος των κατευθυντηρίων οδηγιών. Αυτή η ασάφεια ίσως δημιουργήσει καταχρηστικά περιθώρια σε συνδυασμό με το άρθρο 4. Το εν λόγω άρθρο ουσιαστικά καθιστά ποινικό αδίκημα την παράβαση ή/και την παράληψη συμμόρφωσης με τα μελλοντικά διατάγματα που θα εκδίδονται με την κύρωση του υπό συζήτηση νόμου. Αυτά τα δύο στοιχεία θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια τιμωρητική προσέγγιση από πλευράς εξουσίας. Η συμμόρφωση δια της απειλής μπορεί μεν να λειτουργά βραχυπρόθεσμα, επιφέρει δε ένα μακροπρόθεσμο κόστος στις σχέσεις πολίτη-κράτους.

Ως εκ τούτου μια εναλλακτική προσέγγιση και πιο συγκεκριμένα μια σχέση εμπιστοσύνης, συνεργασίας και ενότητας μπορεί να αποτελέσει στόχος. Αυτή η σχέση οικοδομείται επί των θεμελίων της διαφάνειας, της λογοδοσίας, της ισονομίας και του νομικού πλαισίου όπως προνοεί το Σύνταγμα. Η εκ των υστέρων πλήρης νομιμοποίηση της μέχρι τώρα διαχείρισης της πανδημίας όπως ορίζεται από το άρθρο 11 του προτεινόμενου νομοσχεδίου ίσως να αποτελεί ένδειξη ενός ευρύτερου δημοκρατικού ελλείματος στην κοινωνία μας. Καλούμαστε λοιπόν ως σύνολο να αναλογιστούμε μέσα από το δημόσιο διάλογο τον καλύτερο τρόπο εφαρμογής, όχι μόνο του Άρθρου 7 του συντάγματος που επικαλείται το νέο νομοσχέδιο, αλλά του Συντάγματος στην ολότητα του.

___________________________________________________________

* Ο Φειδίας Θεοφάνους είναι απόφοιτος του LSE, κάτοχος των τίτλων Master in Public Administration με εξειδίκευση στην Οικονομική Πολιτική, MSc in Political Science and Political Economy και BSc in Government and Economics. Στο ίδιο πανεπιστήμιο εργάζεται ως Guest Teacher Πολιτικής Οικονομίας.