Πρώτος ο Αριστοτέλης, στα «Πολιτικά» του, καταγράφει για το πώς μια Πολιτεία μπορεί να προστατευτεί από την αυθαίρετη εξουσία, ώστε να μην καταστεί τυραννία και είναι ουσιαστικά ο πατέρας του όρου της διάκρισης των εξουσιών: «ἔστι δὴ τρία μόρια τῶν πολιτειῶν πασῶν… ἓν μὲν τί τὸ βουλευόμενον περὶ τῶν κοινῶν, δεύτερον δὲ τὸ περὶ τὰς ἀρχάς… τρίτον δέ τί τὸ δικάζον», Αριστοτέλης, Πολιτικά Δ 1297b (τρία είναι τα μέρη όλων των πολιτευμάτων… πρώτο αυτό που αποφασίζει και ψηφίζει τους νόμους, δεύτερο αυτό που ασκεί την εξουσία και τρίτο εκείνο που δικάζει).

Η διάκριση των εξουσιών, με την πολιτική της σημασία και άρα με την οργανική θεσμική έννοια του όρου, είναι δημιούργημα της αστικής επανάστασης και άρα σχετικά πρόσφατο φαινόμενο.

Για να εκπληρωθούν οι τρεις αυτές διαφορετικές, ποιοτικά, λειτουργίες του κράτους, με τρόπο που να αποτρέπεται ο δεσποτισμός και η κατάχρηση της εξουσίας με τη συγκέντρωσή τους σε ένα πρόσωπο ή σε ένα κρατικό όργανο, θα πρέπει κάθε λειτουργία να έχει ανατεθεί σε διαφορετική κρατική εξουσία και να ασκείται από διαφορετικό κρατικό όργανο.

Οι τρεις, επομένως, κρατικές εξουσίες θα πρέπει να είναι έτσι οργανωμένες, ώστε το όργανο που θεσπίζει τον νόμο ή τον κανόνα δικαίου, να μην μπορεί να τον εκτελεί, ούτε να μπορεί το ίδιο να δικάζει, με βάση τον κανόνα που το ίδιο θέσπισε. 

Η θεωρία των θεσμικών αντιβάρων (check and balances) αναγεννήθηκε από τον Μοντεσκιέ, στις αρχές του 18ου αιώνα, απηχώντας το συνταγματικό ιδεώδες, το οποίο συνοψιζόταν στην αναζήτηση μιας μορφής διακυβέρνησης που δεν θα εξαρτώνταν από τις διακυμάνσεις ή την ασταθή ισορροπία του κοινωνικο-πολιτικού συσχετισμού δυνάμεων, αλλά αντιθέτως θα εξασφάλιζε την «αιώνια» διευθέτηση και αυτορρύθμισή τους προς όφελος της πολιτικής σταθερότητας και της πολιτικής ελευθερίας.

Για τον Μοντεσκιέ, το σύνταγμα δεν είναι παρά μία δομή διακυβέρνησης, η οποία, στο πλαίσιο της αλληλεπίδρασης των στοιχείων της, ενεργοποιεί μια σειρά από κανόνες, που ρυθμίζουν τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος, δηλαδή τη συμπεριφορά των εξουσιών, σε ένα σύστημα όπου όλες οι δυνάμεις οφείλουν να συνεργαστούν μεταξύ τους για να υπάρξει νομοθετική δράση.

Αυτή η εσωτερική μηχανική εξισορρόπησης των δυνάμεων σημαίνει ότι «η εξουσία αναχαιτίζει την εξουσία», ότι «κανένα όργανο δεν είναι σε θέση να καταχραστεί την εξουσία» και ότι η «μετριοπάθεια» και η «πολιτική ελευθερία» είναι το τελικό αποτέλεσμα της εξισορροπημένης διακυβέρνησης.

Την εφαρμογή της σύλληψης του Μοντεσκιέ τη βρίσκουμε στο Αμερικανικό Σύνταγμα του 1787 και ιδίως στις προβλέψεις για το διπλό νομοθετικό σώμα, το veto του Προέδρου, τη διαρρύθμιση των σχέσεων μεταξύ Πολιτειών και Ομοσπονδιακής Εξουσίας, ακόμη και στον τρόπο με τον οποίο διορίζονται οι δημόσιοι υπάλληλοι ή ασκείται η εξωτερική πολιτική και η διεθνής διπλωματία.

 

Η εξουσία που φθείρει

Ο ιστορικός Λόρδος Άκτον, που έζησε τον 19ο αιώνα, στα πλαίσια ένος ευρύτερου διαλόγου για το πώς πρέπει οι ιστορικοί να κρίνουν το παρελθόν, κατέγραψε στην επιστολή του, 5/4/1887, προς τον Αγγλικανό επίσκοπο Mandell Creighton, τη διαπίστωσή του πως «η εξουσία τείνει να διαφθείρει και η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα».

Ο Μοντεσκιέ, νομομαθής, συγγραφέας και φιλόσοφος του Διαφωτισμού, τον 18ο αιώνα διαπίστωνε επίσης πως «κάθε άνθρωπος που ασκεί εξουσία τείνει εις κατάχρησιν αυτής. Διά να μην καθίσταται δυνατή η κατάχρηση εξουσίας, πρέπει τα πράγματα να είναι τοποθετημένα κατά τρόπον ώστε η εξουσία να αναχαιτίζει την εξουσία».

Ήδη, από την αρχαιότητα, οι Έλληνες φιλόσοφοι είχαν αντιληφθεί την τρομακτική δύναμη της εξουσίας επί της κοινωνίας, όταν αυτή δεν χαλιναγωγείται και είναι αυτοί που πρώτοι αποπειράθηκαν να εξεύρουν τρόπους ελέγχου της.

Ο Πλάτωνας, στην «Πολιτεία» του, κατέγραψε τη θεμελιώδη του άποψη ότι ο άνθρωπος θα πρέπει να κατακτήσει επάξια το δικαίωμα να ασκεί εξουσία και αυτό μόνο μέσω της Παιδείας και της Αγωγής της Ψυχής, ώστε να φτάσει στο Αγαθόν, δηλαδή το κοινό καλό, το καλό της Πολιτείας και όλων των ανθρώπων που την αποτελούν και ότι η μόνη προστασία που έχουμε από την κατάχρηση εξουσίας είναι η Παιδεία και η ΨυχΑγωγία.

 

Το κυπριακό σύνταγμα και ο Πρόεδρος

Το σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 53.- 4. Ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας μειώνουσιν, αναστέλλουσιν ή μετατρέπουσιν οιανδήποτε ποινήν επιβληθείσαν υπό οιουδήποτε δικαστηρίου εν τη Δημοκρατία κατόπιν συμφώνου γνώμης του γενικού εισαγγελέως της Δημοκρατίας και του βοηθού γενικού εισαγγελέως της Δημοκρατίας».

Το άρθρο αυτό, καθορίζει μια κατ’ εξαίρεση λειτουργία που αφορά την επί της ουσίας άμεση εμπλοκή της Εκτελεστικής Εξουσίας επί της Δικαστικής, για λόγους που αφορούν πρωτίστως την κοινωνική εύρυθμη λειτουργία προς όφελος του κοινού και δημόσιου καλού ως απώτατη καταφυγή όταν δεν υπάρχει εναλλακτική «θεραπεία».

Στις 14 Σεπτεμβρίου 2021, το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου εξέδωσε απόφαση, σύμφωνα με την οποία διατάσσονται οι ιδιοκτήτες εμπορικού κέντρου να παύσουν τη χρήση κτηρίου μέσα σε δύο μήνες, εκτός εάν στο μεσοδιάστημα εξασφαλιστεί πιστοποιητικό τελικής έγκρισης από τον Δήμο Πάφου, κάτι που δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα.

Επικαλούμενος το άρθρο 53, 4 του συντάγματος, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης  ανέστειλε την ποινή του δικαστηρίου για 9 μήνες, με στόχο, όπως ανακοινώθηκε, να δοθεί ο απαιτούμενος χρόνος στην επιχείρηση να μην αναστείλει τις εργασίες της.

Στην επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας προς τον Δήμο Πάφου, αναφέρεται ότι ο Νίκος Αναστασιάδης, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ειδικά περιστατικά της υπόθεσης, όπως τέθηκαν ενώπιον του, ζήτησε τη σύμφωνο γνώμη του Γενικού και βοηθού Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για αναστολή της ποινής, δυνάμει των εξουσιών που του παρέχει το σχετικό άρθρο του συντάγματος.

Τα ζητήματα που ανακύπτουν από αυτή τη χρήση του εξαιρετικού αυτού μέτρου εκ μέρους του Προέδρου της Δημοκρατίας είναι πολλαπλά, αφού τίθεται καταρχήν το ερώτημα ποιο είναι το κοινωνικό ζήτημα που ανέκυψε στην προκειμένη περίπτωση και αν η απάντηση αφορά τους εργαζομένους, αυτόματα ανακύπτει το ερώτημα αν μια επιχείρηση μπορεί να χρησιμοποιεί τους υπαλλήλους της ως ασπίδα απέναντι στην δική της παρανομία, η οποία μάλιστα κηρύχθηκε από το ίδιο το Δικαστήριο.

Ένα άλλο ερώτημα που ανακύπτει εύλογο, κατά τη γνώμη μου, είναι αν ο Πρόεδρος θα έπραττε με τον ίδιο τρόπο αν η υπόθεση αυτή αφορούσε κάποια άλλη επιχείρηση.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, κατά τη γνώμη μου, έχει χάσει προ πολλού την έξωθεν καλή μαρτυρία για να μπορεί να επικαλείται αντικειμενικότητα στις αποφάσεις του, ιδίως όταν αυτές είναι τέτοιας έντασης που υπερκαλύπτουν και επισκιάζουν δικαστικές αποφάσεις, για ένα απλό ζήτημα μιας επιχείρησης που παραβιάζει, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου, πολεοδομικούς και οικοδομικούς κανόνες.

* Advocates-Legal Consultants