Δυσκολεύτηκα πολύ να συγκρατήσω τα δάκρυά μου διαβάζοντας στον Τύπο (Φιλελεύθερος 20 Αυγούστου) το άρθρο που περιγράφει λεπτομερώς τη στενοχώρια που προκάλεσε στην αδελφότητα των κυνηγών η συρρίκνωση των κυνηγετικών ζωνών… Ως αυτόκλητοι «περιβαλλοντιστές», κατηγορούν για τη μείωση των «βιότοπων» τους «αναίσθητους» πολίτες που χτίζουν τα σπίτια τους στη μέση των πεδίων σφαγής τους. Λες και το δικαίωμα της νόμιμης οικοδόμησης ενός σπιτιού είναι δευτερεύον μπροστά στο… αναφαίρετο δικαίωμά τους να αφανίζουν την κυπριακή πανίδα και να μας ξυπνούν τα ξημερώματα της ιερής ημέρας ανάπαυσης.
Ξέρω ότι δεν είμαι ο μόνος που λυπάται για τη μεταμφιεσμένη σε άθλημα βαρβαρότητα σε αυτό το οικολογικά ευαίσθητο νησί. Γι’ αυτό, επιτρέψτε μου να απαριθμήσω μόνο όσα έχω παρακολουθήσει προσωπικά από τις προσπάθειες αυτών των πρωταθλητών της υπαίθρου τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, με την ελπίδα να συμπαραταχθούν και άλλοι μαζί μου.
Πρώτα απ’ όλα, ήταν ο πυροβολισμός του σκύλου μας Μωυσή, ο οποίος είχε το θράσος να γαβγίσει στους κυνηγούς όταν έσπασαν τον φράχτη του κήπου μας στη φρενίτιδα του κυνηγιού. Επιβίωσε μετά από μακρά και δαπανηρή χειρουργική επέμβαση, ένα αλλαγμένο και καταθλιπτικό πλάσμα. Λόγω της αδυναμίας του να υποδείξει την ταυτότητα του επίδοξου εκτελεστή του στην Αστυνομία, δεν συνεχίσαμε την υπόθεση. Ο Μωυσής πέρασε το υπόλοιπο της θλιβερής ζωής του γαβγίζοντας παράφορα σε οτιδήποτε του θύμιζε ήχο τουφεκιάς.
Στη συνέχεια, έχουμε την τρελή οδήγηση τετράτροχων μοτοσικλετών σε ιδιωτικούς οπωρώνες και το χτύπημα τενεκέδων για να βγάλουν τα θηράματα από τις κρυψώνες τους· το σκόρπισμα στα χωράφια και το δάσος σάκους σιτηρών για να τα προσελκύσουν · την απόλυτη ασέβεια προς την ιδιωτική ιδιοκτησία και τον σκόπιμο πυροβολισμό προς την κατεύθυνση σπιτιών και αγροκτημάτων για εκφοβισμό, αδιαφορώντας πλήρως για την ασφάλεια ανθρώπων και κατοικίδιων· τη συνεχή υποβάθμιση και μόλυνση του περιβάλλοντος με την απόρριψη φυσιγγίων και σκουπιδιών από όπου περνούν· το αδιάκριτο σκότωμα προστατευόμενων πτηνών και άλλης πανίδας, συμπεριλαμβανομένων γάτων και αδέσποτων σκύλων· την καταστροφή δημόσιας περιουσίας με τους πυροβολισμούς πινακίδων· την εγκατάλειψη στην άγρια φύση των γερασμένων ή ανεπιθύμητων κυνηγετικών σκύλων· τη μόλυνση εδάφους και υδάτων σε μεγάλες περιοχές της Κύπρου με μόλυβδο από τα σκάγια, ώστε πολύτιμες περιοχές αναπαραγωγής αποδημητικών και ενδημικών πτηνών να είναι πλέον σε κίνδυνο· την επαίσχυντη επίδειξη των ηρωικών κατορθωμάτων τους, παρελαύνοντας με τα κουφάρια της λείας τους δεμένα στο ματοβαμμένο καπό των διπλοκάμπινων… Η θλιβερή λίστα είναι ατελείωτη.
Μόλις πρόσφατα, τοποθετήθηκαν νέες πινακίδες που επιτρέπουν το κυνήγι σε μια προηγουμένως απαγορευμένη περιοχή ανάμεσα στο Δάλι και την Ποταμιά, 100 μέτρα από το σπίτι μας. Αναρωτιέται κανείς τι άλλαξε στην περιοχή, αφού το κυνήγι δεν επιτρέπεται σε απόσταση 200 μέτρων από μεμονωμένη κατοικία. Μήπως το μέτρο ως μονάδα μήκους μειώθηκε στο μισό από τη μια μέρα στην άλλη; Το Τμήμα Θήρας εξήγησε ότι ενέδωσαν στην πίεση της τοπικής κυνηγετικής ένωσης, οι οποίοι διαμαρτύρονται για τη συρρίκνωση των κυνηγετικών τους περιοχών. Θα πρέπει να προσθέσω ότι από τότε που το κυνήγι εδώ και πάνω από μια δεκαετία απαγορευόταν, η περιοχή έγινε ένα πραγματικό καταφύγιο για την άγρια ζωή, προσελκύοντας φυσιολάτρες, ποδηλάτες, περιπατητές και επισκέπτες στα αρχαία μνημεία της, ειδικά τις Κυριακές.
Έχουμε αναλάβει πρωτοβουλία για την ανατροπή αυτής της απόφασης, η οποία παραβιάζει όλους τους κανόνες ασφαλείας για σπίτια, αγροκτήματα, δρόμους και οικισμούς. Όμως, πώς έγινε αυτή η νέα ζώνη καταρχήν νόμος; Εάν πέρασε από τις Αρχές, πώς πέρασε; Αυτό είναι το πραγματικό θέμα. Ζούμε σε μια πολιτεία όπου ο νόμος είναι όμηρος κάθε μικρού «λόμπι» που θέλει να προωθήσει τις εγωιστικές, συχνά παράνομες, ατζέντες του σε βάρος των απλών νομοταγών πολιτών. Παίρνουν αυτό που θέλουν γιατί ξέρουν ποια χέρια να λαδώσουν, ποια κουμπιά να πατήσουν. Είναι οργανωμένοι και κρύβονται πίσω από πονηρά και θρασύτατα συνθήματα, σαν αυτά στους ιστότοπούς τους: «Ο Κύπριος κυνηγός είναι ο καλύτερος προστάτης της κυπριακής άγριας ζωής και του περιβάλλοντος»! Αυτό αποτελεί προσβολή για όλους όσους νοιάζονται πραγματικά για την Κύπρο και την εξαιρετική χλωρίδα και πανίδα της. Γνωρίζω πολλούς εδώ και χρόνια, και κανένας από αυτούς δεν παίρνει ευχαρίστηση από το να σκοτώνει ανυπεράσπιστα, «έτοιμα για τον φούρνο» πουλιά για να κάνει τον σπουδαίο στο καφενείο.
Και προτού βιαστεί κάποιος να με χαρακτηρίσει «γκρινιάρη Βρετανό», επιτρέψτε μου να δηλώσω ότι είμαι Κύπριος πολίτης, με καταγωγή τόσο μακρά και υπερήφανη σε αυτόν τον τόπο όσο και οποιοσδήποτε άλλος γιος του Ιδαλίου.
* Συγγραφέας του βιβλίου «60 κυπριακές αράχνες».