Καθώς η Κίνα έχει εισέλθει σε περίοδο οικονομικής, πολιτισμικής και γεωπολιτικής ανόδου – αναδεικνυόμενη μέσα από τον πολιτικό πραγματισμό της ηγεσίας Σι Τζινπίνγκ ως σημείο αναφοράς για τον υπόλοιπο κόσμο -, την ίδια ακριβώς περίοδο οι Ηνωμένες Πολιτείες και, συνάμα , το Ηνωμένο Βασίλειο όπως και ορισμένες χώρες της Ε.Ε, έχουν επιλέξει να αποδoμήσουν και αποσταθεροποιήσουν το πολιτικό μοντέλο του Πεκίνου.
Σε παλαιότερο άρθρο μου (“Φ”: 05.10.19) είχα διατυπώσει τη θέση πως υπάρχει μια συντονισμένη επίθεση εναντίον της Κίνας από τις ΗΠΑ. Παρέθετα μάλιστα και παραδείγματα-τεκμήρια τα οποία αποδείκνυαν πως οι βίαιες, και πάντως χουλιγκανικού χαρακτήρα, διαδηλώσεις στο Χονγκ Κονγκ ελέγχονται ή/και κατευθύνονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες ως επίσης και από NGOs, προσκείμενες στην πολιτική της Ουάσιγκτον. Φαίνεται όμως εκ των πραγμάτων πως η αμερικανική πολιτική της αποσταθεροποίησης δεν περιορίζεται μόνο στην νοτιοανατολική πλευρά της Κίνας. Συνδέεται πλέον και επίσημα με τη δράση του αυτονομιστικού κινήματος των μουσουλμάνων Ουιγούρων της επαρχίας Σιντζιάνγκ στο βορειοδυτικό μέτωπο της Κίνας. Και λέγω «συνδέεται επίσημα» καθότι περί τα τέλη του 2019 υπήρξε έγκριση του νόμου για τους Ουιγούρους από την αμερικανική Βουλή, την οποία δικαιολογημένα το Πεκίνο χαρακτήρισε ως «κακοήθη επίθεση εναντίον της Κίνας». Μάλιστα η αμερικανική Βουλή είχε τότε ζητήσει, ακόμα και επιβολή κυρώσεων εναντίον του κ. Τσεν Κουανγκουό, γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος στην επαρχία Σιντζιάνγκ.
Είναι πάντως αξιοσημείωτο πως λίγες μέρες πριν από την απόφαση της αμερικανικής Βουλής, το υπουργείο Εξωτερικών της Βρετανίας ζήτησε να δοθεί «άμεση και ανεμπόδιστη πρόσβαση» σε παρατηρητές του ΟΗΕ για την εν λόγω επαρχία Σιντζιάνγκ, στην οποία πλειοψηφούν οι σουνίτες μουσουλμάνοι Ουιγούροι, με έντονο το αυτονομιστικό κίνημα. Ωστόσο, στην επαρχία – η οποία είναι πλούσια σε κοιτάσματα και με στρατηγική σημασία για την οικονομία του Πεκίνου -, κατοικούν αρκετές εθνοτικές ομάδες, συμπεριλαμβανομένων των Ουιγούρων, των Χαν, των Καζάκων, των Τατζίκων, των Χούι κλπ, με την πλειονότητα του πληθυσμού να ασπάζεται το Ισλάμ σε ποσοστό 58%.
Είναι προφανές πως ο νεοταξικός άξονας Λονδίνου-Ουάσιγκτον αφενός επεμβαίνει στις εσωτερικές υποθέσεις της Κίνας, αφετέρου υποδαυλίζει τον Ουιγουρικό εθνικισμό, δόγμα του οποίου είναι ότι οι Ουιγούροι θα πρέπει να αποτελούν ανεξάρτητο κράτος. Σε κάθε περίπτωση, ο Ουιγουρικός εθνικισμός αποτελεί ένα εξτρεμιστικό φαινόμενο που απειλεί τη σταθερότητα και ασφάλεια της Κίνας, καθότι επιδίδεται κατ` επανάληψη σε τρομοκρατικές δράσεις και απειλές που προέρχονται από εξτρεμιστικές ομάδες Ουιγούρων αυτονομιστών. Επιπλέον, οι εν λόγω ομάδες – επικαλούμενες την τουρκική εθνοτική τους καταγωγή και με γλώσσα που προσιδιάζει στα Ουζμπεκικά – έχουν βρει καταφύγιο στην Τουρκία. Με αυτή την ιδιότητά τους αποτελούν το «μακρύ χέρι» της Άγκυρας στην Κίνα, όπου η Τουρκία τους εκμεταλλεύεται και τους εργαλειοποιεί όπως ακριβώς πράττει και με τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης, την οποία προσδιορίζει ως εθνικά-τουρκική μειονότητα. Το σχεδόν βέβαιο είναι πως η προτεραιότητα των Ουιγούρων αυτονομιστών εξακολουθεί να είναι η επιστροφή στην Κίνα και η συνέχιση του εξτρεμιστικού-τρομοκρατικού τους αγώνα στην Σιντζιάνγκ. Εν προκειμένω, θυμίζω την τρομοκρατική επίθεση (29.10.2013) με θύματα στην πλατεία Tienanmen του Πεκίνου.
Εν πάση περιπτώσει, δεν προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι η Ουάσιγκτον υποστηρίζει το αυτονομιστικό κίνημα των Ουιγούρων. Τίθεται, ωστόσο, αυθύπαρκτα το ερώτημα: γιατί οι ΗΠΑ υποστηρίζουν το βίαιο και πάντως τρομοκρατικό αυτονομιστικό κίνημα των Ουιγούρων; Θα μπορούσαμε να αφιερώσουμε ολόκληρη μελέτη επι του θέματος. Μολαταύτα, θα περιοριστώ συνοπτικά σε ορισμένες αλληλοσυνδεόμενες αιτίες.
Ο έλεγχος – δια της αποσταθεροποίησης της αυτόνομης επαρχίας Σιντζιάνγκ της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας -, δημιουργεί συνθήκες αφετηρίας για διείσδυση των ΗΠΑ στην καρδιά της Ευρασίας. Άλλωστε η περιοχή είναι πλούσια σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο, καθώς και σε σπάνια μέταλλα. Συν τοις άλλοις, αποτελεί ένα σημαντικό εμπορικό, μεταφορικό και οικονομικό κέντρο της δυτικής Κίνας. Τα κινεζικά προϊόντα διασχίζουν το έδαφός τους για να μεταφερθούν στο πακιστανικό λιμάνι του Καράτσι και μετά σε όλη τη Νότια Ασία. Κατά συνέπεια, η αποσταθεροποίηση της επαρχίας Σιντζιάνγκ θα εμπόδιζε τις ροές αγαθών. Τέλος, η πρωτεύουσα Ουρούμτσι της επαρχίας Σιντζιάνγκ βρίσκεται στο χερσαίο, κύριο άξονα της πρωτοβουλίας «Belt and Road» (Δρόμοι του Μεταξιού), ένα κομβικής σημασίας παγκόσμιο έργο που φέρει τη σφραγίδα του Προέδρου Σι της Κίνας και στοχεύει στη σύνδεση δισεκατομμυρίων ανθρώπων στη διαδρομή του. Όπως είναι γνωστό, η αμερικανική πολιτική διοίκηση είναι πολέμια σε αυτό το έργο. Τούτου λεχθέντος, στον εμπορικό και τεχνολογικό «πόλεμο» που έχει εξαπολύσει η Ουάσιγκτον ενάντια στο Πεκίνο, θα πρέπει κανείς να υπολογίσει και τις αντίστοιχες αποσταθεροποιητικές δράσεις με γεωπολιτικό γνώμονα, αφενός στην καρδιά της Ευρασίας (Σιντζιάνγκ) όσο και στην νοτιοανατολική είσοδο της Κίνας (Χόνγκ Κόνγκ).
*Πρύτανης Ευρωπαϊκού Πανεπιστήμιου Κύπρου. Τακτικό Μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών.