Η ανατροπή του πρώην Αιγύπτιου προέδρου Χόσνι Μουμπάρακ από τη «Μουσουλμανική Αδελφότητα» το 2011 έδωσε τη δυνατότητα στην τουρκική κυβέρνηση να αξιοποιήσει το «ισλαμικό προφίλ» της για προβολή ισχύος, διεύρυνση επιρροής και περιφερειακή επέκταση. Σε αυτό το πλαίσιο η «αναθεωρητική» οπτική της κυβέρνησης AKP-Ερντογάν, επί των διεθνών σχέσεων, βρήκε αντανάκλαση καθώς η εργαλειοποίηση του πολιτικού Ισλάμ ως όχημα προώθησης των συμφερόντων του τουρκικού κράτους παρείχε μια κρίσιμη ευκαιρία εν σχέσει με τις περιφερειακές εστίες της Βόρειας Αφρικής και Ανατολικής Μεσογείου.

Εντούτοις, η ανατροπή του υποστηριζόμενου από τη «Μουσουλμανική Αδελφότητα» Μοχάμεντ Μόρσι το 2013 από τον στρατηγό Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι άλλαξε άρδην το σκηνικό και επέφερε εκ νέου μεταβολές με γεωπολιτικές προεκτάσεις, επηρεάζοντας δυσμενώς τα τουρκικά συμφέροντα στην Αίγυπτο. Λόγω ακριβώς της τουρκικής εμπλοκής στα εσωτερικά της Αιγύπτου υπέρ της «Μουσουλμανικής Αδελφότητας» οι σχέσεις μεταξύ κυβέρνησης Σίσι και κυβέρνησης Ερντογάν επιδεινώθηκαν εξέλιξη που καθρεφτίζεται σε διάφορα επίπεδα, ανάμεσα σε άλλα, στην αναβάθμιση των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ Αθηνών-Λευκωσίας και Καΐρου. Είναι δε αυτή η πολύπλευρη στήριξη [οικονομική, στρατιωτική] άλλωστε στη «Μουσουλμανική Αδελφότητα»  από την Τουρκία και το Κατάρ που αποτέλεσε [και συνεχίζει να αποτελεί εν μέρει] ένα από τα πεδία τριγμών ανάμεσα αφενός στον άξονα: Τουρκία-Κατάρ και αφετέρου το μπλοκ κρατών: Σαουδική Αραβία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Μπαχρέιν και Αίγυπτος.

Παρόλα αυτά, οι προθέσεις σήμερα των δύο κρατών με την ανταλλαγή επισκέψων από αντιπροσωπίες για συζήτηση των ακανθώδων ζητημάτων που έφεραν τις σχέσεις Τουρκίας – Αιγύπτου στο χαμηλότερο ιστορικά σημείο αξίζουν προσεκτικής διερέυνησης. Το τελευταίο διάστημα υπάρχουν μια σειρά από ενδείξεις για προσπάθεια «επαναπροσέγγισης» των δύο κρατών. Αρχικά, το τουρκικό κράτος ήδη από τους πρώτους μήνες του 2021 έκανε αυστηρές υποδείξεις σε τρεις αντιπολιτευτικούς αιγυπτιακούς τηλεοπτικούς σταθμούς, προσκείμενους στη «Μουσουλμανική Αδελφότητα με έδρα την Κωνσταντινούπολη, όπως σταματήσουν τις λεκτικές επιθέσεις εναντίον της αιγυπτιακής κυβέρνησης και να ελαχιστοποιήσουν τη σκληρή κριτική τους απέναντι στον Σίσι. Αυτές οι υποδείξεις επιβεβαιώθηκαν από ένα εξόριστο πολιτικό ηγέτη, τον Aymun Nour, επικεφαλής ενός εκ των προαναφερθέντων σταθμών (El Sharq TV) σε τηλεοπτική συνέντευξη του σε ξένο κανάλι. Μάλιστα, αυτή η στροφή της τουρκικής κυβέρνησης καλωσορίστηκε θετικά από τον Υπουργό Πληροφοριών της Αιγύπτου χαρακτηρίζοντας την ως ένα αφετηριακό σημείο για επίλυση των προβλημάτων μεταξύ των δύο χωρών.

Η πραγματικότητα είναι πως μετά την ανατροπή του Μόρσι πολλά υψηλόβαθμα και χαμηλόβαθμα στελέχη της «Μουσουλμανικής Αδελφότητας» βρήκαν καταφύγιο στην Τουρκία χρησιμοποιώντας την ως βάση για άσκηση αντιπολιτευτικής πολιτικής. Στην πορεία όμως η κατακερμάτιση της οργάνωσης και η σταδιακή αποδυνάμωση της οδήγησε την Τουρκία στο συμπέρασμα πως αυτό το «πολιτικό χαρτί» ενδεχομένως να μην μπορεί να αποφέρει οφέλη καθώς η υπονόμευση Σίσι δεν διαφαίνεται να αποτελεί ρεαλιστικό σενάριο. Αυτή η νέα προσέγγιση της τουρκικής κυβέρνησης έχει δημιουργήσει ανησυχίες σε διάφορα στελέχη της οργάνωσης όπως για παράδειγμα στους Γιαχία Μούσα και Αλάα αλ-Σαμάχι που κατηγορούνται για τη δολοφονία του Αιγύπτιου γενικού εισαγγελέα Χισάμ Μπαρακάτ, και για τους οποίους φαίνεται πως έπαυσε η διαδικασία χορήγησης τους με τουρκική υπηκοότητα. Επίσης, άλλα στελέχη έχουν αρχίσει να εξετάζουν την πιθανότητα μετεγκατάστασης τους σε άλλες χώρες όπως το Κατάρ, η Μαλαισία κ.ά. καθώς οι βραχυπρόθεσμες θεωρήσεις εισόδου (visas) που εκδόθηκαν πλησιάζουν στη λήξη τους.

Στα ανωτέρω πρέπει να προστεθεί η πρόσφατη προσφορά της Αιγύπτου για αδειοδότηση ενεργειακών δραστηριοτήτων σε 24 θαλασσοτεμάχια της αιγυπτιακής ΑΟΖ την οποία ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών χαιρέτισε αναφέροντας πως σέβεται τα όρια της «τουρκικής υφαλοκρηπίδας». Περαιτέρω, η Άγκυρα επικρότησε την εποικοδομητική στάση που διατηρέι η Αίγυπτος στη Λιβυακή κρίση αυτή την περίοδο αντιπαραβάλλοντας την με την επιθετική όπως χαρακτήρισε προσέγγιση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.

Σίγουρα όλα τα θέματα που απασχολούν τις δύο χώρες και ταλανίζουν τις σχέσεις τους τα τελευταία χρόνια είναι πιθανόν να αποτελέσουν πεδίο διαπραγμάτευσης στη ‘συναλλαγματική’ λογική ενός «πάρε-δώσε» στοιχείο άλλωστε που χαρακτηρίζει την τουρκική εξωτερική πολιτική τα τελευταία χρόνια (βλ. ακροβατισμοί ανάμεσα σε Δύση και Ρωσία). Από τη μια η Αίγυπτος κράταει το «κλειδί» των θαλάσσιων ζωνών κάτι που ενδιαφέρει άμεσα την Τουρκία ως προς τη διαπραγμάτευση μιας συμφωνίας για οριοθέτηση των μεταξύ τους περιοχών στην Αν. Μεσόγειο, ενώ από την άλλη η πλήρης απαγόρευση της λειτουργίας των Μουσουλμάνων Αδελφών αποτελεί ένα σημαντικό όπλο στα χέρια του τουρκικού κράτους. Σε κάθε περίπτωση οι εκατέρωθεν βηματισμοί για «αποκατάστηση» των σχέσεων μεταξύ Τουρκίας – Αιγύπτου βρίσκονται σε πολύ αρχικά στάδια και αναμένεται ένας δύσκολος δρόμος να διανυθεί.

*Νομικός – Ερευνητής (LLB Law, LLM International Law)