Ο νομικός και φιλόσοφος Julius von Kirchmann Kirkchman, σε ομιλία του το 1848 με τίτλο περί «Απαξίας της Νομικής ως επιστήμης» έλεγε ότι η νομική δεν είναι επιστήμη, διότι καταρχήν δεν έχει ένα μόνιμο αντικείμενο, αλλά είναι οι νόμοι, που είναι μεταβλητοί. «Αρκούν τρεις αλλαγές λέξεων σε ένα νόμο και ολόκληρες βιβλιοθήκες νομικής δεν έχουν αξία».

Η Νομική όντως ΔΕΝ είναι επιστήμη, με την κλασσική έννοια του όρου, αφού δεν μπορείς να αποδείξεις κάτι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, πειραματικά.

Φυσικά και υπάρχει μεθοδολογία για τον τρόπο που θα πρέπει να γίνονται οι ερμηνείες των νόμων αλλά στην τελική είναι απλά θέμα ερμηνείας των συγκεκριμένων ανθρώπων/δικαστών.

Κλασική περίπτωση είναι η απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Νικολάου 16/12/92, όπου 5 δικαστές είπαν ότι είναι αντισυνταγματικός ο νόμος περί ίδρυσης Οικογενειακών Δικαστηρίων και 5 ότι δεν είναι!

Άλλη περίπτωση είναι η υπόθεση Αποστόλου 18/11/11, στην οποία ο δικαστής Ανωτάτου, Κωνσταντινίδης, ανέτρεψε μια παράνομη/νόμιμη επί της ουσίας πρακτική, που τηρείτο από όλους ανεξαιρέτως για 21 ολόκληρα χρόνια και αφορούσε τα φυλακιστήρια επί υποθέσεων διατροφής.

Χαρακτηριστική, επίσης, η απόφαση του Ανωτάτου στην υπόθεση της εκ μητρογονίας πρόσφυγα Βρούντου, η οποία τελικά ανατράπηκε από το Ευρωπαικό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου τον Οκτώβρη του 2015.

Μάλιστα, στο κείμενο της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου γίνεται ρητή αναφορά πως τα 3 Ανώτατα Δικαστήρια της Ελλάδας έχουν διαφορετική προσέγγιση όσον αφορά το ίδιο θέμα, δηλαδή του κατά πόσο θα πρέπει το δικαστήριο να παρεμβαίνει θετικά και να αποκαθιστά την αρχή της ισότητας όταν την παραβιάσει η διοίκηση.

Στο προηγούμενο μου άρθρο, αναφέρθηκα στο ότι η Κύπρος δικαίως κατατάσσεται στις ελαττωματικές δημοκρατίες, αφού στερείται σε τεράστιο βαθμό μια βασικότατη παράμετρο που έχει να κάνει με την ουσιαστική άσκηση της δημοκρατικής αρχής, ήτοι την ουσιαστική και όχι την πλασματική απονομή της δικαιοσύνης.

 

Το Σύνταγμα το λέει, αλλά…

Μια βασική παράμετρος του κράτους δικαίου είναι να μπορεί ο πολίτης ΕΠΑΚΡΙΒΩΣ να γνωρίζει τα δικαιώματά του και τις υποχρεώσεις του και να μπορεί να τα ασκήσει ενώπιον Δικαστηρίου ΕΥΛΟΓΑ και ΣΥΝΤΟΜΑ.

Το άρθρο 29 του Συντάγματος ορίζει:

1. Έκαστος έχει το δικαίωμα ατομικώς ή ομού μετ’ άλλων να υποβάλλει εγγράφους αιτήσεις ή παράπονα προς οιανδήποτε αρμοδίαν δημοσίαν αρχήν δικαιούμενος ν’ απαιτήση, όπως αύτη επιληφθή αυτών και αποφασίση ταχέως. Η απόφασις της αρχής ταύτης, δεόντως ητιολογημένη, γνωστοποιείται εγγράφως αμέσως εις τον υποβαλόντα την αίτησιν ή τα παράπονα εν πάση περιπτώσει ενός προθεσμίας μη υπερβαινούσης τας τριάκοντα ημέρας.

2. Εφ’ όσον ο ενδιαφερόμενος δεν ικανοποιείται εκ της αποφάσεως ή οσάκις ουδεμία απόφασις γνωστοποιήται προς αυτόν εντός της καθοριζομένης εν τη πρώτη παραγράφω του παρόντος άρθρου προθεσμίας δύναται ο ενδιαφερόμενος ν’ αγάγει ενώπιον αρμοδίου δικαστηρίου διά προσφυγής την υπόθεσιν, εις ην αφορά η αίτησις ή το παράπονον αυτού.»

Το Σύνταγμα είναι σαφέστατο έτσι; Σε προθεσμία που σε καμιά περίπτωση δεν υπερβαίνει τις 30 μέρες, η διοίκηση, το κράτος, είναι υποχρεωμένο να απαντήσει σε αναφορά πολίτη.

 

Δεν υπάρχει πιο ξεκάθαρο περιοριστικό χρονικά πλαίσιο!

Κι όμως, υπάρχει ερμηνευτικός νόμος για τη… «φύση της προθεσμίας των τριάντα ημερών» στο άρθρο 35 του νόμου περί Γενικών Αρχών Διοικητικού Δικαίου: Η υποχρέωση για απάντηση μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών υπάρχει, όταν η λήψη της απόφασης μέσα στην προθεσμία αυτή είναι εφικτή, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστατικών κάθε υπόθεσης. Η διοίκηση οφείλει σε όλες τις περιπτώσεις να δίνει εγγράφως μέσα στην προθεσμία των τριάντα ημερών πληροφορίες για την πορεία της υπόθεσης.»

Το σύνταγμα είναι επίσης ξεκάθαρο, ότι σε περιπτωση που η διοίκηση παραλείψει εντός 30 ημερών να σου απαντήσει, μπορείς να καταχωρήσεις προσφυγή προς εξαναγκασμό της διοίκησης να σου απαντήσει.

Στο άρθρο 36 του νόμου περί Γενικών Αρχών Διοικητικού Δικαίου καθορίζεται αυθαίρετα και χωρίς καμιά αιτιολόγηση ότι η υποχρέωση απάντησης από 30 μέρες που καθορίζει το Σύνταγμα γίνονται… 3 μήνες και θέτει επιπλέον ακόμα έναν όρο για να μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο, κάτι που δεν ορίζεται στο Σύνταγμα, ότι πρέπει από αυτή την παράλειψη να έχει υποστεί βλάβη!

Ένα παράδειγμα ενδεικτικό, αν όχι αποδεικτικό, του γεγονότος ότι το λεγόμενο γράμμα του νόμου, όσο σαφές και να είναι, πάλι οι ερμηνευτές και -πιο σημαντικό- οι εφαρμοστές του θα βρουν τρόπους να το διαστρεβλώσουν, ώστε να στερήσουν από τους πολίτες αυτό που γράφει αυτολεξεί.

 

Το παράνομο πρατήριο

Σε υπόθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου διαβάζουμε ότι πολίτες σε σχέση με ένα ζήτημα που χρονολογείτο από το 1989… με επιστολή τους 19/5/11 προς τον Δήμο Λάρνακας επισημαίνουν ότι ένα πρατήριο, πέριξ των οικιών τους, δεν είχε πιστοποιητικό τελικής έγκρισης, δηλαδή ήταν αντικειμενικά παράνομο και αιτούνταν τη μετακίνησή του, επικαλούμενοι βλάβη δημόσιας υγείας από αυτό το παράνομο κτίσμα!

Ο Δήμος Λάρνακας απλά τους έγραψε στα παλαιότερα των υποδημάτων του, χωρίς καν να τους απαντήσει και ως εκ τούτου, βάσει του άρθρου 29 του Συντάγματος, καταχώρησαν προσφυγή για παράλειψη απάντησης.

Στις 6/2/2015, τέσσερα ολόκληρα χρόνια μετά και 26 χρόνια μετά το παράνομο κτίσμα, το Ανώτατο απέρριψε την προσφυγή και μάλιστα με την εξής επισήμανση:

«Διαφορετική θα ήταν ενδεχομένως η κατάληξη αν η προσφυγή στρεφόταν εναντίον της απόφασης του Δήμου να χορηγήσει άδεια λειτουργίας στο πρατήριο, παρ’ ότι αυτό δεν διέθετε πιστοποιητικό τελικής έγκρισης, αλλά δεν είναι τέτοια η περίπτωση».

Πώς όμως θα μπορούσε να καταχωρηθεί προσφυγή το 2011, για μια άδεια που εκδόθηκε παράνομα και παράτυπα το… 1989; 

Προφανώς δεν μπορούσε, αφού η προθεσμία των 75 ημερών είχε παρέλθει προ πολλού και άρα με αυτή τη λογική του φαύλου κύκλου το Ανώτατο Δικαστήριο, ενώ γνώριζε ότι το πρατήριο δεν είχε πιστοποιητικό τελικής έγκρισης, άρα ήταν παράνομο εδώ και 26 ολόκληρα χρόνια και ενώ γνώριζε ότι οι πολίτες πρακτικά παρέμεναν απογυμνωμένοι στην αυθαιρεσία μιας αρχής που απλά δεν τους απαντά καν στις επιστολές, επέλεξε απλά να κλείσει τα μάτια. 

Η απαντητική επιστολή του Δήμου Λάρνακας προφανώς θα ήταν η διοικητική πράξη που θα προσέβαλλαν για να κάνουν αυτό που είπε ο δικαστής, αλλά ούτε καν αυτό δεν έπραξε το δικαστήριο, ως επιτάσσει το άρθρο 29, δικαιώνοντας με τη βούλα του Ανωτάτου την υπέρτατη αυθαιρεσία.

Αυτή είναι μια από τις πολλές υποθέσεις αυθαιρεσίας που βρήκα, αναζητώντας παρόμοιας φύσεως αποφάσεις στο cylaw.com, για τους σκοπούς του άρθρου.

Όλες οι εξουσίες όλων των βαθμίδων έχουν τεράστιες ευθύνες για το κατάντημα της ελαττωματικής μας δημοκρατίας. 

* Advocates-Legal Consultants