Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η στάση των Tούρκων έναντι των προτάσεων των Ηνωμένων Εθνών είναι κάθε άλλο παρά  θετική. Σίγουρα δεν εμπνέονται από ειλικρινή επιθυμία για εξεύρεση μιας συμβιβαστικής φόρμουλας στο Κυπριακό, αφού εξάλλου το διαλαλούν καθημερινά ότι δεν πρόκειται να αλλάξουν τη θέση τους, θέλουν να ζήσουν χωριστά.

Τώρα, τι προτάσεις θα κάνουμε, σε τι υποχωρήσεις θα προβούμε, για να υπάρξει μια συμβιβαστική πρόταση που να επιτρέψει συνέχιση των συνομιλιών με προοπτική επιτυχίας, ειλικρινά δεν μπορώ να φανταστώ. Η μόνη ιδέα είναι να πάμε στις συνομιλίες της Γενεύης με τη γενική τοποθέτηση ότι οι προτάσεις στις οποίες θα βασιστούν οι όποιες συνομιλίες πρέπει να τις έχει αποδεχτεί η διεθνής κοινότητα, δηλαδή, να προνοούν τη σύσταση μιας διζωνικής δικοινοτικής ομόσπονδης Κύπρου. Διότι πράγματι είχαμε γενικής φύσεως «συμφωνίες» ( Χριστόφια-Ταλάτ, όπως και Κυπριανού-Ντενκτάς στο παρελθόν) ακόμη και το λεπτομερές σχέδιο Κόφι Ανάν. Όμως, πέρασε αρκετός χρόνος, και τα πράγματα δεν έμειναν στάσιμα. Ο ίδιος ο νέος Τ/κ ηγέτης Ερσίν Τατάρ το λέει ξεκάθαρα ότι δεν αποδέχεται οποιαδήποτε συμφωνία που να επανενώνει την Κύπρο. Και έχει την πλήρη στήριξη της Άγκυρας σ’ αυτή του τη στάση. 

Πρέπει να διευκρινιστεί πλήρως πως η ‘νέα’ ΚΔ θα τηρεί τις πρόνοιες του ευρωπαϊκού κεκτημένου γιατί είναι ήδη πλήρες μέλος της ΕΕ, και θα παραμείνει ένα κανονικό κράτος της Ευρώπης, χωρίς ξένα κατοχικά στρατεύματα ή στρεβλωτικές μη λειτουργικές ρυθμίσεις.

Επομένως, η παρουσία της Ευρώπης στη διάσκεψη της Γενεύης αργότερα αυτό τον μήνα, πρέπει να είναι ουσιαστική και αποτελεσματική, όχι τυπική και διακοσμητική. Να μην θεωρηθεί δηλαδή η παρουσία της «ξένη» εμπλοκή και «επέμβαση». Οι  όποιες συζητήσεις και ρυθμίσεις πρέπει να περνούν από την ανώτατη εξουσία, την Ευρώπη όπου θα βρίσκεται και θα είναι παντοτινά η θέση της μικρής Κύπρου.

Σωστά ενεργούν οι διάφοροι αξιωματούχοι των Ην. Εθνών, έτσι η προσπάθεια που αναλαμβάνουν να έχει καλές πιθανότητες  επιτυχίας αυτή τη φορά. Το ίδιο βέβαια και η πλευρά μας. Με απλά λόγια, η συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων στην κεντρική κυβέρνηση της Δημοκρατίας να είναι μεν ουσιαστική και αποτελεσματική, αλλά όχι και να είναι λύση δύο κρατών. Όχι και τσιμέντωμα της διχοτόμησης. Είναι κάτι δύσκολο, ασφαλώς, μια λύση που να αφήνει και την ΚΔ ικανοποιημένη και την τουρκική πλευρά. Και όσο περνά ο καιρός γίνεται κάτι πιο δύσκολο, γιατί η κάθε πλευρά εκμεταλλεύεται τον χρόνο για να προωθήσει τις δικές της θέσεις. Όμως, εάν και οι δύο πλευρές επιθυμούν να ζήσουν ειρηνικά σ’ αυτό τον τόπο πρέπει να βρεθεί ο τρόπος.

Ήδη αξιωματούχοι των Ην. Εθνών και της ΕΕ κινούνται μεταξύ των πλευρών  για να συμβάλουν ώστε η προσπάθεια της Γενεύης να έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας, κάτι ομολογουμένως δύσκολο. Για παράδειγμα το θέμα της πολιτικής ισότητας, δεν είναι εύκολο να διευθετηθεί, με τρόπο που να ικανοποιεί και τις δύο πλευρές. Και να εφαρμοστεί. Τι είδους ομοσπονδία θα έχουμε; Μπορεί να είναι λειτουργική, υπό τις περιστάσεις; Δέχεται όλα στο σχέδιο Γκουτέρες η κάθε πλευρά;  Και πώς θα διευθετηθεί το θέμα των εγγυήσεων; 

Το πιο επείγον βέβαια είναι αν θα υπάρξει παρουσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Γενεύη και στη συνέχεια. Η Τουρκία αντιτίθεται, αλλά μέχρι ποιου σημείου; Αφού επιδιώκει ένταξη στην ΕΕ και θέλει σίγουρα να μην τα χαλάσει με τους Ευρωπαίους. Όμως και αυτοί την έχουν ανάγκη, κυρίως με τους πρόσφυγες. Και οι Ευρωπαίοι, αφού έχουν τόση ανάγκη την Τουρκία, μπορούν να την πιέσουν μέχρι τέλους;   Μήπως είναι πράγματι η τελευταία ευκαιρία να λύσουμε  το Κυπριακό, μέσω διαπραγματεύσεων και με βάση την ΔΔΟ; 

Δεν πρόκειται να βρούμε τη χρυσή τομή αμέσως. Ύστερα από τόσες προσπάθειες και χαμένες ευκαιρίες, προσωπικά δεν βλέπω να έρχεται η λύση τόσο εύκολα. Και να εγκρίνεται σε ένα ενδεχόμενο δημοψήφισμα. Αλλά πρέπει να δείξουμε όλη την καλή θέληση, σε μια τέτοια προσπάθεια. Ειδικά όταν η κυρία Λουτ επισκεφθεί ξανά την Κύπρο σε λίγες μέρες. Και έχουμε, στο μεταξύ, να αντιμετωπίσουμε την πιο σοβαρή επιδημία που γνώρισε η ανθρωπότητα τις τελευταίες δεκαετίες. Αλλά η πιο ενδιαφέρουσα  εξέλιξη είναι η αλλαγή φρουράς εις την Ουάσινγκτον. Ο Μπάιντεν πρέπει να θεωρηθεί σίγουρα πιο φιλικός από τον Τραμπ και πρέπει να δούμε μια σημαντική αλλαγή στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, που θα συμβάλει στη βελτίωση των σχέσεων μας με τις ΗΠΑ. Πρέπει να αξιοποιήσουμε πλήρως μια τέτοια εξέλιξη. 

Εμείς έχουμε βέβαια τις προσεχείς εκλογές. Αλλά πρέπει ΟΛΟΙ να στρέψουμε αμέσως μετά την προσοχή μας στις εξελίξεις που επηρεάζουν το Κυπριακό, το μέλλον του τόπου μας και των παιδιών μας, και να παραμελήσουμε για λίγο τα κομματικά.