Ήταν ίσως θέμα χρόνου να το αρπάξω κι εγώ. Και, κατά κάποιον τρόπο, καλά να πάθω. Αν δεν είχε τραγική κατάληξη, τώρα θα τρόλαρα τον εαυτό μου και θα ανέβαζα στο facebook χαριτωμενιές από την απομόνωση με σέλφι, φατσούλες και αναρτήσεις τύπου «Γιώργος Vs Ιός: 1 – 0», «Τι σειρές μου προτείνετε, έφαγα το Netflix για πρόγευμα! Lol !» και τα λοιπά.

Αρνητής και συνωμοσιολόγος δεν υπήρξα. Σε παλαιότερα άρθρα μου καταφέρθηκα ενάντια σε όσους χλευάζουν τους επιστήμονες, τα γεγονότα, σε όσους αρνούνται την ύπαρξη του covid ή κοροϊδεύουν όσους φοράνε μάσκες. Αλλά, να πω την αμαρτία μου, λίγο σούπερμαν ένιωθα. Ότι είναι για τους άλλους αυτά, ότι εμένα δεν μ’ αγγίζει κι αν αρρωστήσω δεν τρέχει κάτι. Δεν τα έλεγα μεγαλοφώνως. Ξυστές σκέψεις ήταν, ένα αίσθημα υπεροχής, ούτε πως έπιασα τα –ήντα και παίζει να θεωρούμαι ευάλωτος από κάποιες ειδικότητες, ούτε πως έχω μικρά παιδιά.

Δεν ήμουν σίγουρος πώς κόλλησα. Είχα μια υποψία. Για εκείνη τη μέρα που είχα πάει περίπτερο. Σιγά που θα βάλω μάσκα για δυο λεπτά στάση. Άρπαξα έναν καφέ σε «μαστραπά» κι ένα κρουασάν σφραγισμένο. Ο περιπτεράς δεν φόραγε μάσκα, είχε πλέξιγκλας στο ταμείο. Αλλά τον πλήρωσα από το πλευρό. Φταρνίστηκε. Το αγνόησα και έφυγα. Την επόμενη Κυριακή, πήγαμε για το καθιερωμένο μεσημεριανό στους γονείς μου. «Φτού σου βρε Δωροθέα», λέει η μάνα μου στην κόρη μου. «Ο Θεός να μου δίνει χρόνια, να σε δω να μεγαλώνεις!».

Δυο μέρες μετά με έπιασε πυρετός. Λες; Μα αφού είμαι σούπερμαν! Ευσυνείδητος όντας, δεν θα μπορούσα να πάω δουλειά χωρίς να το έχω τσεκάρει. «Θα μείνω σπίτι μέχρι να βγει το αποτέλεσμα», είπα στο αφεντικό μου και μπήκα σε αναμονή. Την επόμενη μέρα με πήραν από το εργαστήρι. «Είστε θετικός… μπλα μπλα μπλα». Οκ, απομονώθηκα στ’ αλήθεια αυτή τη φορά, έστειλα την οικογένεια για τεστ και ενημέρωσα τις επαφές, πρώτα τους γονείς μου, πριν με πάρουν καν για ιχνηλάτηση. «-Πώς μολυνθήκατε; -Δεν ξέρω. Δεν πάει ο νους μου». Πόνοι στην πλάτη, πυρετός που δεν έφευγε… δύο μέρες μετά κατέληξα στην εντατική του Γ.Ν. Λευκωσίας.

Άλλες δύο μέρες μετά, δεν μπορούσα καν να κουνηθώ χωρίς να λαχανιάσω. Με διασωλήνωσαν. Μια κουρτίνα με διαχώριζε από τον διπλανό μου. Ηλικιωμένος άνθρωπος, κι αυτός με κορωνοϊό, κι αυτός στα οξυγόνα. Φώναζε τη γυναίκα του στον ύπνο του. Ανατρίχιαζα. Μια βδομάδα μετά, ο απόλυτος εφιάλτης. Καθηλωμένος στο κρεβάτι με μια μάσκα στο πρόσωπο και οι νοσοκόμες να προσπαθούν να μου δώσουν θάρρος στέλνοντας χαιρετίσματα από τη σύζυγο και ζωγραφιές από τα παιδιά μου. «Αγαπώ σε παπά μου». Σιγά – σιγά άρχισα να χάνω την αίσθηση του χρόνου από την εξάντληση. Καμία βελτίωση.

Στο μεταξύ, δεν είχα ιδέα ότι ο περιπτεράς που με κόλλησε είχε φύγει από τη ζωή. Τον είχαν θάψει την περασμένη Πέμπτη. Τη ίδια μέρα «έφυγε» και η γυναίκα του. Ήταν και οι δύο 60κάτι. Ούτε ήξερα ότι η μάνα μου βρισκόταν στο ίδιο νοσοκομείο με μένα, σε κρίσιμη κατάσταση, δυο πόρτες πιο κάτω. Πέθανε κι ο διπλανός. Αυτό το κατάλαβα αλλά δεν είχα τη δύναμη να αντιδράσω.

Η κατάστασή μου ήταν πια μη αναστρέψιμη. Σε μια τελευταία στιγμή διαύγειας, πρόλαβα να συνειδητοποιήσω τι είχα κάνει. Το πόσο ανεύθυνα φέρθηκα. Κράτησα την εικόνα το παιδιών μου στο μυαλό μου, τα φίλησα νοερά για μια τελευταία φορά και έσβησα για πάντα…

*Ναι, φέικ η ιστορία. Απίθανη όμως; Πόσο αφελείς μπορεί να είμαστε, να βάζουμε σε κίνδυνο ακόμα και τους δικούς μας ανθρώπους; Ή ξένους. Όλοι κρινόμαστε σε αυτή την πανδημία. Και το μέτρημα άρχισε ήδη. Το τίμημα είναι η ίδια η ζωή.

Φιλελεύθερα, 15.11.2020.