Το ότι σε κάθε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπάρχει μία ή και περισσότερες, ενίοτε, πολιτικές δυνάμεις οι οποίες εξυπηρετούν συνειδητά τα συμφέροντα της Μόσχας αντί της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή και της χώρας τους, στις πλείστες των περιπτώσεων, είναι γνωστό τοις πάσι.

Ακροαριστερές και ακροδεξιές δυνάμεις, τις οποίες, παρά τη ρητορική τους, τις ενώνει η απέχθεια των ιδεολογιών και των ιδεολογημάτων τους για τη δημοκρατία, συνυπάρχουν σ’ αυτό το στρατόπεδο με «επαγγελματίες» λαϊκιστές ή, το τελευταίο απόκτημα και στην Ευρώπη, φαιδρές περιπτώσεις οι οποίες, ενώ δεν γνωρίζουν τα βασικά, ψηφίζονται και εκλέγονται από ένα άλλο είδος το οποίο, κομψά ειπωμένο, δεν συγκαταλέγεται στις πιο… κερδοφόρες κληρώσεις της διπλής έλικας του DNA.

Πέρα όμως από το μικρό εύρος της διανοίας και τα ποικίλα ελλείμματα, εξ ορισμού πολιτικού, όλοι οι πιο πάνω «συναντώνται» σταθερά και στο μετερίζι του θαυμασμού για το στυγνό ρωσικό καθεστώς, με την αποκάλυψη χρηματοδοτήσεων σε διάφορα επίπεδα να μην είναι καθόλου σπάνια εξέλιξη και να συμπίπτει με πρακτικές υπόσκαψης της ΕΕ, όχι τόσο επί της ουσίας ή ιδεολογικά, παρόλο που αυτός είναι ο ισχυρισμός, όσο επί του επιδιωκόμενου: η πρόκληση ζημιάς σε εθνικό και πανευρωπαϊκό επίπεδο και η αποδυνάμωση.

Η πρόσφατη ήττα του Βίκτορ Όρμπαν στην Ουγγαρία στέρησε από τη Μόσχα ίσως το πλέον πολύτιμό της εργαλείο σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Όμως, με δεδομένα τα πιο πάνω, το ρωσικό καθεστώς θα βρίσκει πάντα πρόθυμους στις τάξεις των ελλειμματικών, των εκ φύσεως αδικημένων, των αργυρώνητων, στους οποίους εδώ προστίθενται και πιο καθαρές φυγόκεντρες δυνάμεις στην ΕΕ, πολιτικοί οι οποίοι δεν πιστεύουν στην ιδέα της ενωμένης Ευρώπης από διάφορες αφετηρίες, αν και με την ίδια κατάληξη.

Η νίκη του φιλορώσου Ρούμεν Ράντεφ στις εκλογές της περασμένης Κυριακής στη Βουλγαρία δεν εντάσσεται στους τελευταίους, τους ευρωσκεπτικιστές, όχι γιατί δεν είναι, αλλά διότι, προς το παρόν τουλάχιστον, λέει ότι η Βουλγαρία θα συνεχίσει την ευρωπαϊκή της πορεία, προτάσσοντας τον «πραγματισμό» στις σχέσεις της Σόφιας με την Ευρώπη. Ο πρώην Πρόεδρος της Βουλγαρίας, ο οποίος, ας σημειωθεί, είχε παραιτηθεί από το αξίωμά του για να φτιάξει το πολιτικό του όχημα με το όνομα «Προοδευτική Βουλγαρία», κέρδισε τις εκλογές με σύνθημα την πάταξη της διαφθοράς. Όπως βέβαια και όλοι οι προηγούμενοι.

Θα είναι ο Ράντεφ ο νέος Όρμπαν για την ΕΕ; Θα γίνει ο Δούρειος Ίππος της Μόσχας ή όχι; Πολλοί στις Βρυξέλλες φοβούνται πως ναι. Και ίσως να έχουν άδικο, για έναν και μοναδικό λόγο: ότι ο Ράντεφ είναι ίσως, σε επίπεδο ηγέτη, ο νέος Όρμπαν. Όμως, σίγουρα, δεν είναι η χειρότερη περίπτωση.

Ο νέος πρόεδρος του σλοβενικού κοινοβουλίου, Ζόραν Στεβάνοβιτς, αμφισβητεί ξεκάθαρα την πορεία της Σλοβενίας, σε όλα τα επίπεδα, μιλά για «κυρίαρχη δημοκρατία» και άλλες έννοιες οι οποίες ακούγονται αλλιώς απ’ ό,τι τα υπόλοιπα που κάνει δείχνουν ότι εννοούνται, θέλει να αποχωρήσει η χώρα από το ΝΑΤΟ, είναι λαϊκιστής πάνω από όλα και εξέφραζε, στη διάρκεια της πανδημίας, τις θέσεις των αρνητών και των ψεκασμένων, ενώ υιοθετεί μια σειρά από θέσεις αντιδραστικές και ακραία δημαγωγικές.

Μια βασική διαφορά του από τον Όρμπαν είναι πως εκείνος ήταν ξεκάθαρα φιλοϊσραηλινός, ενώ ο Σλοβένος είναι ξεκάθαρα αντιισραηλινός. Κατά τα άλλα, είναι πολύ πιο ακραίος.

Σ’ αυτή τη λίστα προστίθενται κι άλλοι, όπως ο Ρόμπερτ Φίτσο στη Σλοβακία, αλλά και ισχυρές μεν ρωσόφιλες δυνάμεις οι οποίες δεν κυβερνούν, όπως, για παράδειγμα, το ακροδεξιό FPÖ στην Αυστρία. Σύντομα κανείς δεν θα θυμάται τον Όρμπαν. Ο εφιάλτης, όμως, του συναπαντήματος των οπαδών του ολοκληρωτισμού — αριστερών, δεξιών, αδέξιων και ανερμάτιστων — ως πρόθυμα πιόνια του Ρώσου δικτάτορα και των φίλων του πλανάται σαν σκιά πάνω από την Ευρώπη.