Ο κοινωνικός αποκλεισμός αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό μιας κοινωνίας ανισοτήτων που στηρίζεται σε σχέσεις εξουσίας και προσδιορίζει την αποκοπή από το κοινωνικό, οικονομικό, πολιτικό και πολιτισμικό πλαίσιο, ενισχύοντας τη μη συμμετοχή στις δραστηριότητες των πολιτών, όπως η κατανάλωση, η αποταμίευση, η παραγωγική διαδικασία και η κοινωνική αλληλεπίδραση. Διαπιστώνεται ότι ο κοινωνικός αποκλεισμός σχετίζεται με τη φτώχεια και την αποστέρηση. Στο πλαίσιο αποσαφήνισης αυτής της σχέσης παρατίθενται τρεις θεωρητικές προσεγγίσεις του κοινωνικού αποκλεισμού: η πρώτη προσέγγιση αντιμετωπίζει τον κοινωνικό αποκλεισμό ως συνέπεια της φτώχειας, επομένως η αύξηση του επιπέδου των επιδομάτων αποτελεί μέτρο αντιμετώπισής του. Η δεύτερη προσέγγιση υποστηρίζει ότι η κοινωνική ένταξη επιτυγχάνεται αποκλειστικά μέσω της τοποθέτησης των ατόμων στο πλαίσιο του εργατικού δυναμικού της κοινωνίας, χωρίς όμως να επισημαίνει αν το ύψος του μισθού της αμειβόμενης εργασίας εξασφαλίζει μια αξιοπρεπή διαβίωση. Η τρίτη προσέγγιση προβάλλει τις ηθικές και πολιτισμικές αιτίες της φτώχειας και δίνει ιδιαίτερη έμφαση στον ηθικό κίνδυνο της εξάρτησης από την πρόνοια και τις συνέπειες του κοινωνικού αποκλεισμού.
Ο κοινωνικός αποκλεισμός υπονοεί αποστέρηση στο ατομικό αλλά στο κοινωνικό επίπεδο, αναφέρεται στην απουσία δυναμικής εξόδου από την αποστέρηση στο μέλλον και υπαινίσσεται ρήξη των δεσμών του ατόμου ή της ομάδας με την κοινωνία. Στο πλαίσιο σύγκρισης της έννοιας του κοινωνικού αποκλεισμού με την έννοια της φτώχειας γίνεται αντιληπτό ότι ο κοινωνικός αποκλεισμός είναι πιο κοντά στη σχετική προσέγγιση της φτώχειας. Σε αυτή τη βάση η φτώχεια συνδέεται κυρίως με την ανισότητα κατανομής του εισοδήματος σε μια κοινωνία παρά με ένα ελάχιστο εισόδημα, κάτω από το οποίο γίνεται πιο δυσχερής η ικανότητα επιβίωσης. Επομένως το μειονέκτημα της σχετικής μέτρησης είναι ότι όσο αυξάνεται το βιοτικό επίπεδο μιας κοινωνίας, τόσο αυξάνεται και το όριο της φτώχειας που συνυπολογίζεται στη μέτρηση του κοινωνικού αποκλεισμού. Η μέτρηση του κοινωνικού αποκλεισμού βρίσκεται σε άμεση αναλογία προς τη μέτρηση της φτώχειας, ενώ παρατηρείται διαφορά στον καθορισμό των κριτηρίων που χρησιμοποιούνται για να χαρακτηριστεί το άτομο κοινωνικά αποκλεισμένο ή φτωχό. Ο χρόνος είναι το σημαντικό χαρακτηριστικό που συνδέει τη σχετική αποστέρηση με τον κοινωνικό αποκλεισμό. Η μακροχρόνια σχετική αποστέρηση μπορεί να οδηγήσει σε κοινωνικό αποκλεισμό, καθώς το άτομο που για μακρό χρονικό διάστημα στερείται την πρόσβαση σε βασικά αγαθά της κοινωνίας, οδηγείται στην απαξίωση και τον κοινωνικό αποκλεισμό.
Βασικά αίτια της φτώχειας αποτελούν η ανεργία, η αδυναμία της εκπαίδευσης σε σχολικό και πανεπιστημιακό επίπεδο να αντιμετωπίσει τις νέες συνθήκες στην αγορά εργασίας, η αδυναμία αναθεώρησης του πλαισίου της επαγγελματικής κατάρτισης που ευνοεί τη γραφειοκρατία παρά τον αναπροσανατολισμό του εργατικού δυναμικού, οι ελλείψεις του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας που αφορούν το ύψος και τον τρόπο διάθεσης των χρημάτων, η έλλειψη πολιτικής για την αντιμετώπιση του φαινομένου της φτώχειας που δεν δίδει προοπτική εξόδου από αυτήν, η έλλειψη ασφαλιστικής συνείδησης και η εισφοροδιαφυγή μαζί με την αδυναμία του μηχανισμού των ασφαλιστικών ταμείων να επιβάλουν την ασφάλιση, η μη ικανοποιητική επιτέλεση του αναδιανεμητικού ρόλου του κρατικού μηχανισμού σε θέματα φόρου εισοδήματος, καθώς στηρίζεται στην έμμεση φορολογία και δεν μπορεί να ελέγξει τον άδηλο τομέα της οικονομίας με αποτέλεσμα να μη συλλέγονται οι πόροι που αντιστοιχούν στο παραγόμενο εθνικό προϊόν, ο ανεπιτυχής ρόλος των χρηματοπιστωτικών συστημάτων ελλείψει μιας κοινωνικής πολιτικής με αντικειμενικά κριτήρια και η μη πρόσφορη αξιοποίηση των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων που περιορίζει τις δυνατότητες μιας δίκαιης αξιοποίησής τους.
Οι συνέπειες της φτώχειας αφορούν τους ίδιους τους φτωχούς, το κοινωνικό σύνολο και την οικονομία μιας χώρας. Οι συνέπειες για τους φτωχούς είναι η αδυναμία συντήρησης αυτών και των οικογενειών τους, το αίσθημα ανασφάλειας, η μείωση της αυτοεκτίμησης, ο αποκλεισμός από το δικαίωμα για μόρφωση, αξιοπρεπή στέγαση και πρόσβαση στις κοινωνικές υπηρεσίες. Στην κοινωνία παρατηρείται μη αξιοποίηση του συνόλου του παραγωγικού δυναμικού μιας χώρας, ανάληψη εργασιών που δεν αντιστοιχούν στα εκάστοτε προσόντα και επομένως μείωση αποδοτικότητας. Σε δημοσιονομικό επίπεδο η φτώχεια στερεί από το κράτος έσοδα και το υποχρεώνει να διαθέτει σημαντικό ποσοστό του προϋπολογισμού σε μία επιδοματική πολιτική με σημαντικό διοικητικό κόστος και ίσως χωρίς προοπτική εξόδου των φτωχών από τη φτώχεια. Επίσης σε συνθήκες φτώχειας είναι αδύνατη η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων που προβλέπονται από το Σύνταγμα και η εξασφάλιση κινήτρων για τη συμμετοχή στην πολιτική διαδικασία. Ο αποκλεισμός των φτωχών από την πολιτική διαδικασία ανατρέπει τις ισορροπίες του πολιτικού συστήματος και επιτρέπει στις οικονομικά ισχυρότερες ομάδες να έχουν μεγάλη επιρροή στο πολιτικό γίγνεσθαι. Η φτώχεια τελικά οδηγεί στη σχετικοποίηση της ίδιας της Δημοκρατίας.
Η σύνδεση των φαινομένων του κοινωνικού αποκλεισμού και της φτώχειας επιβάλει, όπως ληφθεί υπόψη και ο κοινωνικός αποκλεισμός στο πλαίσιο της ανάληψης μέτρων αντιμετώπισής τους. Σε αντίθετη περίπτωση μπορεί τα μέτρα να μην αφορούν φτωχούς που είναι κοινωνικά αποκλεισμένοι. Ως μέτρα ενδεικτικά αναφέρονται η μείωση της ανεργίας με ταυτόχρονη αύξηση των θέσεων εργασίας και δημιουργία κατάλληλων συνθηκών για προσέλκυση επενδύσεων και θεσμών που πρέπει να εναρμονίζονται με τις απαιτήσεις των νέων δεδομένων της οικονομικής πραγματικότητας, η προσαρμογή των συστημάτων εκπαίδευσης και επαγγελματικής κατάρτισης στις ανάγκες της αγοράς εργασίας, η αξιοποίηση της εμπειρίας από την εφαρμογή των κοινοτικά χρηματοδοτούμενων πολιτικών απασχόλησης, η μείωση του άδηλου τομέα της οικονομίας με την κατάλληλη φορολογική και κοινωνικοασφαλιστική πολιτική, η ένταξη του συστήματος της κοινωνικής πρόνοιας και ασφάλισης στο πλαίσιο των νέων δεδομένων και αναγκών, όπως η μακροχρόνια ανεργία των νέων. Η εφαρμογή αυτών των πολιτικών θα επιτρέψει στους πολίτες να εξασφαλίσουν ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης και να συμμετέχουν ενεργά στο κοινωνικό γίγνεσθαι.
* Βουλευτής Συνεργασίας Δημοκρατικών Δυνάμεων.