Η παράνομη και η αδήλωτη εργασία συνέθεταν πάντοτε μια μεγάλη γάγγραινα για την αγορά εργασίας της Κύπρου, με τεράστιες αρνητικές επιπτώσεις στην αξιοπρεπή απασχόληση, αλλά και στον υγιή ανταγωνισμό ανάμεσα στις επιχειρήσεις. Παρά τις συνεχείς και διαχρονικές εκκλήσεις του συνδικαλιστικού κινήματος για πάταξη των παρανομιών στην αγορά εργασίας που συνδέονται με την εργασιακή εκμετάλλευση και τον αθέμιτο ανταγωνισμό, η Πολιτεία δεν επέδειξε ποτέ την απαιτουμένη βούληση και αποφασιστικότητα για να εφαρμοστούν οι αρχές της νομιμότητας και της ηθικής στο συγκεκριμένο ζήτημα. Προς υποστήριξη της πιο πάνω διαπίστωσης αναφέρω τα εξής:

· Το νομοσχέδιο για την αδήλωτη εργασία χρειάστηκε 3 χρόνια να ψηφιστεί σε νόμο, και μετά από πολλά κουτσουρέματα που έγιναν στο Κοινοβούλιο, όπου μεταξύ των προσκομμάτων που έθεταν κάποιοι βουλευτές ήταν πως ο απροειδοποίητος έλεγχος στις επιχειρήσεις θα δημιουργούσε προβλήματα και θα αναστάτωνε τους εργοδότες! (δηλαδή θα πρέπει να τους ενημερώνουν από πριν για να κρύβουν τυχόν παρανομίες;).

· Η Ενιαία Υπηρεσία Επιθεωρήσεων, που θα αναλάβει πιο συντονισμένα τους εποπτικούς ελέγχους στους χώρους εργασίας, δεν έχει ακόμη ενεργοποιηθεί, μετά την ταλαιπωρία που υπέστη και πάλι στη Βουλή των Αντιπροσώπων η ψήφιση της σχετικής νομοθεσίας και των Κανονισμών.

· Το ίδιο το υπουργείο Εργασίας επιβεβαίωσε ότι από το 2017 δεν έγινε κανένας έλεγχος στη βιομηχανία CYPRA όπου διαπιστώθηκε πρόσφατα πως οι μισοί εργαζόμενοι ήταν παράνομοι/αδήλωτοι. Όταν διεθνώς καταγράφεται πως στις συγκεκριμένες βιομηχανίες και τομείς παρουσιάζονται οι μεγαλύτερες παρανομίες και μορφές εργασιακής εκμετάλλευσης, η διενέργεια τακτικών ελέγχων σε αυτές τις επιχειρήσεις θα έπρεπε να ήταν συνεχής και σε καθημερινή βάση.

Όσοι βιώνουμε από κοντά το μέγεθος και τις συνέπειες της παραβατικής απασχόλησης και τα πολιτικά τερτίπια και πιέσεις οικονομικών κύκλων και εργοδοτών, που ήθελαν πάντοτε να υποτιμούν το πρόβλημα της παράνομης και αδήλωτης απασχόλησης για να μεγαλώνουν τα κέρδη λίγων σε βάρος της αξιοπρέπειας στην εργασία και του αθέμιτου ανταγωνισμού, δεν εκπλαγήκαμε από το φαινόμενο «CYPRA» και είμαστε βέβαιοι ότι ανάλογα φαινόμενα υπάρχουν πάρα πολλά στην κυπριακή οικονομία. Τα είδαμε άλλωστε κατά καιρούς τόσο στον συγκεκριμένο τομέα όσο και στην οικοδομική και ξενοδοχειακή βιομηχανία.

Όσοι πολιτικοί και εργοδοτικοί φορείς υποστηρίζουν την αρχή της αυτορρύθμισης της αγοράς εργασίας είναι η ώρα να κάνουν δεύτερες σκέψεις, αφού αποδεικνύεται και μέσα από τις απειλές που δέχεται η δημόσια υγεία από την πανδημία αλλά και  τις μεγάλες τρύπες στην αγορά εργασίας πως ο έγκαιρος και αποτελεσματικός κρατικός παρεμβατισμός είναι το εχέγγυο για να αντιμετωπιστούν και οι δύο απειλές.  

Η ανάγκη για την ενίσχυση μεθοδευμένων εποπτικών ελέγχων ιδιαίτερα σε χώρους που δεν υπάρχει συνδικαλιστική προστασία θα πρέπει να τεθεί ως κορυφαία προτεραιότητα για την Κυβέρνηση, αφού η απουσία συνδικαλιστικής οργάνωσης σε χώρους εργασίας είναι πολλές φορές συνυφασμένη με την καταπάτηση των εργασιακών δικαιωμάτων, των χαμηλών μισθών και της παραβατικής απασχόλησης.

Η Κύπρος είναι μια μικρή χώρα και εάν η Πολιτεία επιδείξει την αναγκαία βούληση μπορεί μέσα από τη θωράκιση και ενεργοποίηση των απαραίτητων μηχανισμών και την ενίσχυση των εργασιακών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων να πατάξει τις παρανομίες στην αγορά εργασίας, να προστατεύσει την αξιοπρεπή απασχόληση και να δημιουργήσει συνθήκες θεμιτού ανταγωνισμού για όλους τους επιχειρηματίες του τόπου.

Ο κορωνοϊός δεν κάνει διακρίσεις, ανέδειξε όμως τις διακρίσεις στην εργασία και τις διαχρονικές αδυναμίες της Πολιτείας να προστατεύσει τους αδύνατους εργαζόμενους. Εάν το πολιτικό μας σύστημα, ακόμη και τώρα, δεν αντιληφθεί τους τεράστιους κινδύνους που δημιουργούνται από την έλλειψη εφαρμογής δραστικών μέτρων για αναχαίτιση των παρανομιών στην αγορά εργασίας και συνεχίσει να αφήνει απροστάτευτους τους αδύνατους εργαζόμενους από την εκμετάλλευση που βιώνουν, τότε εξελικτικά θα οδηγηθούμε σε μια εργασιακή ζούγκλα με ανυπολόγιστες συνέπειες για την οικονομία και την κοινωνία. 

*Αναπληρωτής γγ της ΣΕΚ.