Ο δημιουργοί δεν είναι τζουτζέδες ούτε επαίτες. Τουλάχιστον έναν στοιχειώδη σεβασμό τον δικαιούνται.
«Πενία τέχνας κατεργάζεται, καλλιτέχνας στέλνει στον αγύριστο» έγραφε ένα ευφάνταστο πλακάτ στη συγκέντρωση διαμαρτυρίας καλλιτεχνών κι άλλων εργαζομένων στο πεδίο του πολιτισμού, την περασμένη Πέμπτη στο Σύνταγμα. Κι ο ποιητής Λάνγκστον Χιουζ θα υπερθεμάτιζε: Είναι τόσο βαρετό να είσαι πάντα φτωχός!
«Πενία τέχνας κατεργάζεται, καλλιτέχνας στέλνει στον αγύριστο» έγραφε ένα ευφάνταστο πλακάτ στη συγκέντρωση διαμαρτυρίας καλλιτεχνών κι άλλων εργαζομένων στο πεδίο του πολιτισμού, την περασμένη Πέμπτη στο Σύνταγμα. Κι ο ποιητής Λάνγκστον Χιουζ θα υπερθεμάτιζε: Είναι τόσο βαρετό να είσαι πάντα φτωχός!
Υπάρχει ένα ζήτημα, πάντως, ως προς το ποιο ήταν πραγματικά το όφελος από τη μεγάλη εκστρατεία στήριξης των ανθρώπων της τέχνης. Τι συγκράτησαν οι κυβερνώντες Ελλάδας και Κύπρου από όλο αυτό το ενοχλητικό και μονότονο «βουητό απορροφητήρα» που επεσήμανε τη δεινή θέση στην οποία έχουν περιέλθει οι άνθρωποι αυτοί εξαιτίας της υγειονομικής κρίσης; Μάλλον ότι δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα τσούρμο αναξιοπαθούντων ντελιτάντηδων, στους οποίους θα αρκούσε να πετάξουμε κανά εφάπαξ κοκαλάκι να γλείφουν, για να λαδώσει τ’ άντερο και να μπουκώσει το στόμα ώστε να πάψουν επιτέλους να διαμαρτύρονται. Όμως κι ένα σημαντικό μέρος της υπόλοιπης κοινής γνώμης ξέρετε τι συγκράτησε μέσες- άκρες; Ότι το αμήχανο κράτος απλώς μοίρασε «χρήματα από το ελικόπτερο» σ’ ένα απροσδιόριστο μπουλούκι ιδιόρρυθμων πλην διασκεδαστικών σελέμηδων επειδή μπούχτισε από τα παρακάλια.
Η παρεξήγηση είναι προφανής και σε κάθε περίπτωση το γόητρο και η αξιοπρέπεια του καλλιτέχνη δέχεται ισχυρό πλήγμα. Ο ένας λόγος είναι ότι βρέθηκαν στη δυσάρεστη θέση να διεκδικήσουν δυναμικά τα αυτονόητα από μια αρχή που καταλαβαίνει τα πάντα εκτός από τα αυτονόητα. Ένας άλλος λόγος είναι ότι αποτελούν μέρος μιας κοινωνίας η οποία αδυνατεί να κατανοήσει και να διακρίνει πόσο δυσανάλογα πολλά και πολύτιμα είναι αυτά που προσφέρει η πολιτιστική δράση και η πνευματική καλλιέργεια. Κι ακόμη ένας λόγος –ίσως αυτός που έχει και την περισσότερη σημασία- είναι οι ανάγλυφες επιπτώσεις της διαχρονικής θεσμικής υπονόμευσης του συγκεκριμένου κλάδου.
Αυτό το τελευταίο αποτελεί και την πραγματική αιτία που τα πράγματα έφτασαν εδώ που έφτασαν μόλις έσκασε η πρωτόγνωρη συνθήκη του lockdown. Διότι τόσο στην Ελλάδα, όσο και στη πληθυσμιακά πιο ελεγχόμενη Κύπρο μιλάμε για ένα τοπίο πρακτικά αχαρτογράφητο. Έπρεπε να φτάσουμε στο «αμήν» για να ενοχλήσει το μάτι μας η σκλήθρα του εργασιακού μεσαίωνα που ταλανίζει δεκαετίες τώρα όλο το φάσμα του δημιουργικού τομέα. Και δεν αναφέρομαι καν στην πονεμένη υπόθεση της κατοχύρωσης της ιδιότητας (status) του καλλιτέχνη (ενδεικτικά, θα θυμάστε που συζητούσαμε ότι στην Κύπρο δεν νομιμοποιείται κάποιος να απαντήσει «σκηνοθέτης» στο ερώτημα «τι επαγγέλεστε;»). Η φούρκα της πανδημίας απλώς κατέστησε πιο κραυγαλέο το γεγονός ότι τον τομέα χαρακτηρίζει ένα απαράδεκτα υψηλό ποσοστό αδήλωτης και ανασφάλιστης εργασίας. Και απλώς αναγόρευσε σε επιτακτική την ανάγκη να καταγραφούν αναλυτικά και ανά κλάδο όλοι οι απασχολούμενοι στον τομέα.
Εντάξει, πρέπει να μάθουμε να ζούμε με το δεδομένο ότι η σχεδία της μοίρας μάς έχει ρίξει σ’ ένα καθεστώς που εν μέρει λόγω φιλοσοφίας και εν μέρει λόγω ανικανότητας δεν προνοεί για τους πολίτες του. Ούτε είναι σε θέση να ζυγίσει και να εκτιμήσει όσα πραγματικά έχουν αξία, αλλά άγεται και φέρεται από τους ψυχρούς αριθμούς της δημοσιονομίας. Τα πάντα είναι μετρήσιμα και –ιδανικά- αυτορρυθμιζόμενα κι από εκεί και πέρα επιβάλλεται ένα είδος κοινωνικού δαρβινισμού: όποιος επιπλεύσει, επέπλευσε. Η ενασχόληση με οποιαδήποτε μορφή τέχνης γίνεται πάντα πάνω στην άκαμπτη βάση μιας μόνιμης ανασφάλειας και αβεβαιότητας. Μαθαίνεις να ζεις υπό την απειλή του σπαθιού του Δαμοκλή. Άμα σου αρέσει.
Υπάρχει μια άποψη ότι η δημιουργική εργασία στην πραγματικότητα δεν είναι εργασία, αλλά κάτι αφηρημένο. Διότι λέει ο άλλος έχει κάνει επάγγελμα το χόμπι και το μεράκι του. Κι ίσως εκεί ακριβώς να έγκειται και η μεγάλη παρανόηση. Σαφώς και είναι εργαζόμενοι οι καλλιτέχνες, είναι εργάτες του πνεύματος και σαφώς και η πολιτιστική δραστηριότητα και ανάπτυξη έχει με τη σειρά της ταξικό πρόσημο. Κι αυτό το τόσο «ακραίο» που χρειάζονται και αιτούνται δεν είναι παρά η ισότιμη μεταχείριση.
Ειδικά οι εργαζόμενοι στον χώρο του θεάματος, αυτή τη στιγμή δεν ξέρουν τι τους ξημερώνει. Από δημιουργικής σκοπιάς, δεν τους φοβάμαι. Αυτή η «αγρανάπαυση» ίσως να τους κάνει και καλό. Το ζήτημα είναι ότι η όποια κανονικότητα γι’ αυτούς είναι κάτι πολύ απομακρυσμένο. Η εκστρατεία «μένουμε σπίτι», απαραίτητη ή όχι, δημιούργησε βαθύ ρήγμα στη σχέση- προϋπόθεση του καλλιτέχνη με το κοινό, η οποία δεν προβλέπεται να αποκατασταθεί πριν εξαφανιστεί από τον ουρανό και το τελευταίο μαύρο σύνεφο. Με όλα αυτά τα μέτρα και τις οδηγίες προφύλαξης που έχουν δημοσιοποιηθεί για τους χώρους πολιτισμού, όχι ο θεατής αλλά κι ο ίδιος ο εργαζόμενος θα το σκεφτεί σοβαρά να προσέλθει για την πρόβα. Με αυτά τα δεδομένα, φοβάμαι πως ούτε το υπόλοιπο της χρονιάς δεν αρκεί έστω και για τη μερική αναβίωση των παραλυμένων αυτών εστιών πνεύματος.